Ξεκινάνε τα σχολεία και το γεγονός αυτό από μόνο του προκαλεί διάφορα συναισθήματα τόσο στα παιδιά, όσο και στους γονείς. Ανυπομονησία, χαρά, προσμονή, άγχος, ανησυχία, είναι κάποια από τα συναισθήματα που εκδηλώνουν τα παιδιά αλλά και οι γονείς. Τα παιδιά θα πάνε σε μεγαλύτερη τάξη, θα ξαναδούν τους φίλους τους, τους δασκάλους ή θα γνωρίσουν καινούριους.

Μία μερίδα παιδιών θα αφήσει το Δημοτικό και θα πάει στο Γυμνάσιο. Αυτό σηματοδοτεί το μεγάλωμα του παιδιού, την αποχώρηση του από το «μικρό» σχολείο στο «μεγάλο», την ωρίμανση του, την ανάληψη νέων ευθυνών. Τα παιδιά αισθάνονται πως περνάνε σε άλλο επίπεδο, πως μεγαλώνει η αξία τους, πως οι γονείς τώρα τα υπολογίζουν περισσότερο, διεκδικούν περισσότερη ελευθερία και αυτονομία.

Μαζί με τα παραπάνω, έρχεται και η έναρξη της προεφηβείας για τα περισσότερα παιδιά και σταδιακά το πέρασμα στην εφηβεία. Οι ορμονικές αλλαγές φυσικά δυσκολεύουν το παιδί με την διαχείριση των συναισθημάτων του και των συμπεριφορών του.

Ξεκινάνε τα σχολεία και μαζί με αυτά ξεκινάνε και οι πιέσεις από γονείς και δασκάλους για τις καλές επιδόσεις των μαθητών. Υψηλοί στόχοι και προσδοκίες ασκούν επιπλέον πίεση στους ήδη αγχωμένους μαθητές. Ποιοι παράγοντες βοηθάνε έναν μαθητή να πετύχει;

Ένας μαθητής για να πετύχει πρέπει πρώτα από όλα να έχει κίνητρο, ενδιαφέρον και στόχους. Δικούς του στόχους , τους οποίους έχει θέσει το ίδιο και όχι άλλοι για αυτόν (π.χ. προσδοκίες γονέων). Είναι πολύ σημαντικό να βρίσκει ενδιαφέρον πάνω στο αντικείμενο στο οποίο καλείται να δουλέψει, να μελετήσει κτλ. Σημαντικός παράγοντας λοιπόν είναι το σχολείο. Η μάθηση πρέπει να είναι δημιουργικής μορφής, κομμάτι της προσωπικής ανάπτυξης του μαθητή και να του παρέχει ένα βαθμό ικανοποίησης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να μην αδρανοποιούνται οι ικανότητες του κάθε μαθητή, αλλά να εξελίσσονται και να βελτιώνονται.

Η οικογένεια παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο στα κίνητρα του μαθητή. Είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί όλο το οικοδόμημα. Το κίνητρο της επιτυχίας οδηγεί σε υψηλές επιδόσεις, προσδοκίες για διάκριση και επίτευξη των στόχων.

Οι σεξουαλικές μας φαντασιώσεις δείχνουν να αντικατοπτρίζουν σημαντικά στοιχεία τάσης του χαρακτήρα μας. Σε πρόσφατη έρευνα των φαντασιώσεων άνω των 4000 ατόμων , ο συγγραφέας του βιβλίου «Πες μου τι θέλεις» JustinLehmiller , διαπίστωσε ότι οι 5 βασικοί τύποι προσωπικοτήτων , συνδέονται με συγκεκριμένους τύπους σεξουαλικών φαντασιώσεων.

Ανοιχτός στην εμπειρία: Αυτός ο τύπος προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από μια πολύ υψηλή πνευματικότητα και μια πολύ ενεργή φαντασία. Σεξουαλικά είναι ο άνθρωπος που λέει ναι στις προκλήσεις, του αρέσει να δοκιμάζει νέα πράγματα και οι φαντασιώσεις του έχουν ευρύ φάσμα από τα πιο συνηθισμένα ως τα πιο ασυνήθιστα.

Η Χ, μια νέα κοπέλα, ήρθε στην θεραπεία επειδή δεν μπορούσε να σταματήσει το μυαλό της από το να ανησυχεί σχεδόν για τα πάντα. «Μπορείτε να με κάνετε να σταματήσω να σκέφτομαι;» ήταν μια από τις πρώτες φράσεις της.

Η Χ είχε αποκτήσει εμμονή με τον έλεγχο του μέλλοντος, κατηγορώντας βαθιά τον εαυτό της για το παρελθόν.

Και αυτό είναι ένα δίπολο σκέψης που οδηγεί σε έναν συμπεριφορικό φαύλο κύκλο. Όσο κατηγορώ τον εαυτό μου για το παρελθόν και τις επιλογές μου σε αυτό, τόσο ο φόβος μου μην «την ξαναπάθω» αυξάνει την ανάγκη μου για έλεγχο σε όσα πρόκειται να συμβούν. Η έντονη και συνεχής αυτή ανησυχία , παρεμβαίνει στην κανονικότητα της ψυχικής λειτουργίας , και πέρα από το προφανές καθημερινό άγχος που γεμίζει το άτομο, το κουράζει σωματικά, το εξαντλεί αλλά και αλλάζει τα συναισθήματά του. Η έλλειψη διάθεσης, ή η κακή διάθεση είναι ολοένα και συχνότερες.

Τα βασικά συναισθήματα (φόβος, θυμός, θλίψη, αηδία, χαρά, ενθουσιασμός και σεξουαλικός ενθουσιασμός) είναι φυσικά, καθολικά, αναπόφευκτα και αυτόματα. Και τα συναισθήματα αυτά παράγουν την απαραίτητη ενέργεια για δράσεις επιβίωσης, όπως πχ προετοιμάζοντάς μας να τρέξουμε γρήγορα για να αποφύγουμε έναν κίνδυνο. Μερικές φορές η συναισθηματική ενέργεια δεν έχει πουθενά να πάει. Το αποτέλεσμα τότε είναι το άγχος: παγιδευμένη ενέργεια που στροβιλίζεται γύρω από το σώμα μας. Ένα αίσθημα εξαιρετικά δυσάρεστο.

Η αυτοπεποίθηση είναι ένα ισχυρό εργαλείο για να πετυχαίνουμε τους στόχους μας, να κερδίζουμε πλεονεκτήματα στην δουλειά μας και να εμπνέουμε σιγουριά στις σχέσεις μας. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους στο μυαλό των περισσοτέρων φαντάζει μια υπερδύναμη, που μπορεί να καταφέρει τα πάντα. Λειτουργεί δηλαδή λίγο άσπρο ή μαύρο. Αν την έχω καταφέρνω τα πάντα, αν δεν την έχω θα αποτύχω στα πάντα. Κάτι που δεν ισχύει. Πάμε να δούμε 5 βασικές παρανοήσεις σχετικά με την αυτοπεποίθηση:

  • Αν έχω αυτοπεποίθηση δεν φοβάμαι τίποτα.Η αυτοπεποίθηση δεν σηματοδοτεί την έλλειψη φόβου, ευτυχώς για εμάς , αφου κάτι τέτοιο θα μας έβαζε σε κίνδυνο. Είναι φυσιολογικό να φοβάμαι ή να αγωνιώ ακόμη κι όταν είμαι γεμάτος αυτοπεποίθηση , γιατί πολύ απλά αυτό σημαίνει ότι την δεδομένη στιγμή ασχολούμαι με κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για εμένα.

Η διάρκεια της Ψυχοθεραπείας για το κυρίαρχο μείζον αίτημα του ασθενή είναι καθορισμένη και συνήθως «προσυμφωνημένη» με τον ίδιο αφού θα πρέπει να ενημερώνεται για αυτήν, από τις πρώτες συνεδρίες. Αναλόγως του μοντέλου της ψυχοθεραπείας που ακολουθείται , ορίζεται και ο χρόνος, στα πλαίσια των τεχνικών που ακολουθούνται. Στην Γνωσιακή για παράδειγμα, ο χρόνος θεραπείας ορίζεται στους 6 μήνες για την θεραπεία μιας συγκεκριμένης ψυχικής ασθένειας. Το πρόβλημα όμως στην ψυχοθεραπεία είναι όταν ο ασθενής έχει παράλληλα αιτήματα που βγάζει στην διάρκεια της θεραπείας ή που ανακύπτουν από μόνα τους, για αυτό ο επαναπροσδιορισμός στόχων είναι επιτακτικός σε τακτά διαστήματα εντός της θεραπείας όταν υπάρχει τέτοια ανάγκη. Για παράδειγμα είχα γυναίκα ασθενή που προς το τέλος της θεραπείας της κι ενώ πήγαινε πολύ καλά και κοντεύαμε στην ολοκλήρωση, βίωσε ξαφνικό θάνατο συγγενικού της προσώπου. Σε μια άλλη περίπτωση , ασθενής μου, άντρας νεαρής ηλικίας , στο μέσο της θεραπείας βίωσε απώλεια της εργασίας του (απόλυση) κι αυτό δημιούργησε νέα αιτήματα στην θεραπεία. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που το αίτημα θεραπείας παραμένει σταθερό από την αρχή ως το τέλος, χρειάζεται απόλυτη αφοσίωση του ασθενή στην θεραπεία και τις οδηγίες της, ώστε να υπάρξουν τα σωστά αποτελέσματα στον σωστό χρόνο.

Ένα από τα λάθη που κάνει ένας γονέας στην προσπάθεια του να μην περιορίσει το παιδί του, είναι ότι του αφήνει πολλά περιθώρια εξουσίας. Τι σημαίνει όμως αυτό? Πολλοί γονείς φτάνουν στα γραφεία μας ανησυχώντας για την συμπεριφορά των παιδιών τους, τα ξεσπάσματα τους, την αδιαφορία τους, την χειριστική τους συμπεριφορά κτλ. Τις περισσότερες φορές αυτό που διαπιστώνουμε είναι πως οι γονείς δεν είναι σε θέση να οριοθετήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους. Αντίθετα, τους έχουν παραχωρήσει παραπάνω εξουσία από αυτή που πρέπει και από αυτή που μπορεί να διαχειριστεί ένα παιδί. Αποτέλεσμα αυτού είναι το παιδί να συγχέει τους ρόλους του κάθε μέλους της οικογένειας, να αισθάνεται ότι μπορεί να ορίζει και να παίρνει αποφάσεις για την λειτουργία της οικογένειας, τόσο σε σημαντικά άλλα και σε πιο απλά καθημερινά θέματα.

Έτσι λοιπόν, βλέπουμε παιδιά τα οποία λειτουργούν χωρίς όρια και περιορισμούς, κάνουν ότι αυτά θέλουν, κοιμούνται ότι ώρα αυτά ορίσουν, ακόμα κι αν οι γονείς προσπαθούν να τα έχουν για ύπνο μέχρι μια συγκεκριμένη ώρα, παιδιά τα οποία απαντάνε στον γονέα τους με ασέβεια (π.χ. σιγά μη σε φοβηθώ!, θα κάνεις ότι σου πω εγώ!), πεισματάρικα παιδιά τα οποία έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από τους γονείς τους, δεν ακολουθούν κανόνες, υποτιμούν τους άλλους, προσπαθούν να επιβληθούν στους γονείς και πολλά άλλα.

Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι που με επισκέπτονται έχουν βιώσει ή βιώνουν την μοναξιά ως σταθερή δομή της ζωής τους, πράγμα το οποίο αυξάνει το προυπάρχων ψυχολογικό τους πρόβλημα ή σε αρκετές περιπτώσεις το δημιουργεί.

Μοναξιά θα ονομάζαμε την επίπονη εμπειρία της συναισθηματικής και κοινωνικής απομόνωσης. Το πρώτο είδος μοναξιάς , η συναισθηματική έρχεται από την απώλεια δεσμού, από σχεσιακό έλλειμα , όταν δηλαδή ένας στενός μας δεσμός διακόπτεται απότομα είτε λόγω θανάτου είτε λόγω φυγής του άλλου ατόμου (διαζύγιο, χωρισμός). Το δεύτερο είδος , η κοινωνική απομόνωση προκύπτει όταν διαρρηγνύεται ένα συγκεκριμένο κοινωνικό δίκτυο στο οποίο το άτομο μέχρι χθες ανήκε. Αυτό μπορεί να είναι μια εργασιακή ομάδα, ένας αθλητικός σύλλογος ένα άθλημα που συμμετείχε, ή κάποιο εθελοντικό σωματείο κλπ.

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει αυτή την κουβέντα από φίλους μας; Πόσες φορές δεν έχουμε ξεστομίσει εμείς οι ίδιοι το «δεν έχω άλλη επιλογή!» ή «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς!». Πολλές φορές ακούω αυτή τη φράση από πελάτες μου, η οποία συνοδεύεται από το αίσθημα του εγκλωβισμού, του περιορισμού, της πίεσης και κατ επέκταση της αποκαρδίωσης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Όντως έρχεται κάποια στιγμή που δεν έχουμε τον έλεγχο σε όσα μας συμβαίνουν;

Παρότι συχνά αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε επιλογές και ότι οι καταστάσεις μας οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι. Οι επιλογές μας είναι θέμα προτεραιοτήτων. Μπροστά σε ένα προβληματισμό καλούμαστε να δούμε όλες τις επιλογές που μας δίνονται, να ζυγίσουμε τις συνέπειες και το κόστος της κάθε επιλογής μας και τελικά να επιλέξουμε σύμφωνα με αυτό. Το κόστος λοιπόν, φαίνεται να είναι αυτό που θα καθορίσει την επιλογή στην οποία θα οδηγηθούμε, καθώς και το αν μπορούμε να σηκώσουμε το εκάστοτε κόστος και συνέπεια.

Σχεδόν σε κάθε ψυχοθεραπεία , αργά η γρήγορα έρχονται οι αμφιβολίες του ασθενή για τον ίδιο του τον εαυτό , την ικανότητα του να καλυτερέψει τα πράγματα, κι αν τελικά αξίζει να το προσπαθήσει. Σκέψεις όπως «δεν θα αλλάξω ποτέ», «η ζωή μου είναι ένα χάος» και άλλες παρόμοιες έρχονται στον μυαλό του χωρίς να τις θέλει. Η βάση όλων αυτών των σκέψεων είναι η ανασφάλεια που νοιώθει. Κι εδώ έρχεται ένα μεγάλο κομμάτι της δικής μου δουλειάς, να τον κάνω αρχικά να νοιώσει ασφαλής.

Αρνητικές κι ανασφαλείς σκέψεις δεν κάνουν (μόνο) οι ανασφαλείς άνθρωποι. Κάνουμε όλοι ή σχεδόν όλοι οι άνθρωποι όταν βρεθούμε σε μια μη ασφαλή για εμάς κατάσταση. Εάν επιτρέψουμε σε αυτές να μας κυριεύσουν τότε αυτές θα καθορίσουν τις ενέργειές μας και εμείς σίγουρα θα απομακρυνθούμε από το σημαντικό για εμάς, τον στόχο μας.

Σελίδα 1 από 48