Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Το στίγμα της ψυχικής ασθένειας σήμερα

Κατηγορία ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ψυχική ασθένεια έρχεται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της συζήτησης σε πολλούς τομείς όπως, οι χώροι εργασίας, οι χώροι εκπαίδευσης, τα μέσα ενημέρωσης κλπ. Αυτό δεν πρέπει βέβαια να μας προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι τα ποσοστά επιπολασμού στον πληθυσμό σε παγκόσμιο επίπεδο για την ανάπτυξη ψυχικής ασθένειας κυμαίνονται μεταξύ 18,1-36,1% ήδη εδώ και μια δεκαετία (Kessler et al., 2008).

Ωστόσο, παρόλο που όντως αυξάνεται η προσοχή σε ζητήματα ψυχικής υγείας (Bell Canada, 2015), οι ψυχικές ασθένειες αναφέρονται συχνά με αρνητικό τρόπο και οδηγούν σε διακρίσεις (Dewa, 2014). Αυτό μπορεί να οφείλεται στα αρνητικά στερεότυπα που σχετίζονται με τις ψυχικές ασθένειες, και που διαμορφώνουν αυτό που αναφέρεται γενικά ως στίγμα της ψυχικής ασθένειας (Link & Phelan, 2001). Σύμφωνα με τους Link και Phelan, ένα τέτοιο στίγμα περιλαμβάνει πολλά στοιχεία: τη χρήση ετικέτας στο άτομο, στερεότυπα συμπεριφοράς, έναν γενικότερα διαχωρισμό των κοινωνικών ομάδων σε «εμάς» και «αυτούς», απώλεια κατάστασης ελευθερίας και πολυεπίπεδες διακρίσεις. Μέσα από τη διαδικασία του στιγματισμού, ένα άτομο ή μια ομάδα με δύναμη, αναγνωρίζει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά σε άλλα άτομα που θεωρούνται μειονεκτικής θέσης και στη συνέχεια εκχωρεί μια ετικέτα σε αυτά τα άτομα, συνδέοντάς τα με ορισμένα στερεότυπα που αποτελούν τη λογική για την αιτιολόγηση της αρνητικής τους μεταχείρισης.

Τα στερεότυπα που συμβάλλουν στο στίγμα της ψυχικής νόσου περιλαμβάνουν πεποιθήσεις όπως ότι τα άτομα με ψυχικές ασθένειες ευθύνονται για την ασθένειά τους, είναι μη παραγωγικοί άνθρωποι ή απρόβλεπτοι συμπεριφορικά ή δεν μπορούν να ανακάμψουν (Angermeyer & Dietrich, 2006; Corrigan, Thompson, Lambert, Noel, & Campbell, 2003 ). Ένα από τα επικρατέστερα στερεότυπα είναι η πεποίθηση ότι άτομα με ψυχικές ασθένειες (ειδικά σχιζοφρένεια) είναι βίαια και επικίνδυνα (Pescosolido et al., 2010; Reavley & Jorm, 2011; Reavley, Jorm, & Morgan, 2016, Wood, Birtel, Alsawy , Pyle & Morrison, 2014). Παρόλο που η ταυτόχρονη εμφάνιση ψυχικής ασθένειας και χρήσης ουσιών μπορεί όντως να οδηγήσει σε κάποια αυξημένα περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς, χωρίς χρήση ουσιών, αυτά τα περιστατικά αντικατοπτρίζουν απειροελάχιστα ποσοστά στον γενικό πληθυσμό (Elbogen & Johnson, 2009; Fazel, Langstrom, Hjern, Grann & Lichtenstein, 2009; Καναδική Ένωση Ψυχικής Υγείας, 2011).

Κατά συνέπεια, αυτή η διαδικασία στιγματισμού συνήθως οδηγεί σε διακρίσεις που μπορούν να λάβουν πολλές και άδικες μορφές. Για παράδειγμα, αποφυγής τους από γείτονες ή ακόμη και από μέλη της οικογένειας τους, ελλιπές αίσθημα σεβασμού προς το πρόσωπό τους από επαγγελματίες και συναδέλφους τους , ακόμη και περιορισμό ή αποκλεισμό από την τήρηση της θεραπείας που χρειάζονται, κάτι που οδηγεί σε δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στην καθημερινή λειτουργικότητα τους όσο και στην ανάκαμψη τους (Corrigan, Watson, & Barr, 2006; Corrigan, Druss, & Perlick, 2014; Knaak, Mantler, & Szeto, 2017; Ye et al, 2016). Επιπλέον, ριζικές διακρίσεις μπορεί να συμβούν και να παρατηρηθούν, για παράδειγμα, όταν οι πόροι και η χρηματοδότηση που προορίζονται για έρευνα ή φροντίδα για άτομα με στιγματισμένη ψυχική ασθένεια είναι λιγοστά. Σε αυτήν την περίπτωση, τα άτομα αυτά δεν υφίστανται την άμεση διάκριση και στιγματισμό, αλλά δέχονται διακρίσεις μέσω των υφιστάμενων κοινωνικών δομών που οδηγούν μακροπρόθεσμα στην περιθωριοποίηση τους και έτσι στον έμμεσο στιγματισμό τους

Για να μειωθεί ή να εξαλειφθεί το στίγμα της ψυχικής ασθένειας χρειάζεται δράση τόσο σε ατομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Στο ατομικό , κυρίως μέσα από ενημέρωση και εθελοντισμό για υποστήριξη , και σε πολιτικό με περισσότερους πόρους για την ψυχική υγεία, καλύτερες δομές υποστήριξης, αλλά και καλύτερη ενημέρωση του γενικού πληθυσμού για την φύση και την αντιμετώπιση των ψυχικών ασθενειών.

Μερσινιάς Θωμάς, TEDx Speaker, Κλινικός Ψυχολόγος

©www.mersinias.gr

Πηγές:

https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/15332985.2015.1118002

http://europepmc.org/article/med/16466402

https://guilfordjournals.com/doi/abs/10.1521/jscp.2008.27.5.447

https://link.springer.com/article/10.1007/s10597-017-0116-9