Στις μέρες μας τα περισσότερα παιδιά έχουν ένα γεμάτο καθημερινό πρόγραμμα από δραστηριότητες, διάβασμα, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, προπονήσεις κτλ. Μέσα σε αυτό το τρελό πρόγραμμα τα παιδιά προσπαθούν να προσαρμοστούν , ενώ οι γονείς τρέχουν να προλάβουν να πάνε τα παιδιά τους σε όλες αυτές τις δραστηριότητες, οι οποίες θα ωφελήσουν το παιδί τους, θα τον κάνουν καλύτερο μαθητή, καλύτερο αθλητή κτλ.

Κάποια παιδιά αντιδρούν αρνητικά σε όλο αυτό το υπερφορτωμένο πρόγραμμα αρνούμενα να συμμετέχουν στις δραστηριότητες αυτές, ή συμμετέχουν χωρίς όμως να το απολαμβάνουν, κάνοντας το δηλαδή καταναγκαστικά. Φυσικά υπάρχουν και παιδιά τα οποία δεν θέλουν να μένουν στο σπίτι και στα οποία αρέσει να συμμετέχουν σε πολλές δραστηριότητες.

Τι γίνεται όμως με το χρόνο του παιχνιδιού; Πόσο χρόνο παίζει ένα παιδί μέσα στη μέρα του; Έχει αλήθεια ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι;

Το παιχνίδι είναι πάρα πολύ σημαντικό στην ανάπτυξη του παιδιού και γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρχει καθημερινά χρόνος για παιχνίδι μέσα στη μέρα του παιδιού. Δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Και φυσικά όταν μιλάμε για παιχνίδι δεν μιλάμε για ατελείωτες ώρες μπροστά σε υπολογιστές και video games, αλλά για το παραδοσιακό παιχνίδι που όλοι γνωρίζουμε και παίζαμε σαν παιδιά.

Σύμφωνα με τον Bundy (2001), το παιχνίδι είναι μια συναλλαγή μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντος που δραστηριοποιείται και ελέγχεται από μέσα (εσωτερικά) και είναι ελεύθερη από τους περιορισμούς της αντικειμενικής πραγματικότητας. Τα οφέλη του παιχνιδιού για το παιδί είναι πολλά και αφορούν διάφορους τομείς της ανάπτυξης του...

Στα γραφεία μας καθημερινά συναντάμε γονείς, οι οποίοι έρχονται ανήσυχοι με κάποιο αίτημα για τα παιδιά τους. Αυτό που διαπιστώνουμε πολλές φορές μέσα από την διαδικασία της συνέντευξης είναι το χάσμα μεταξύ των δύο γονέων, αλλά και την διαφορετική αντίληψη που έχει ο κάθε γονέας για την εκάστοτε κατάσταση και τη συμπεριφορά του παιδιού τους. Αυτό όμως που δημιουργεί μεγαλύτερη δυσκολία είναι όταν οι γονείς δεν τηρούν κοινή γραμμή διαπαιδαγώγησης και μία κοινή στάση αντιμετώπισης του παιδιού.

Με άλλα λόγια ο ένας γονέας προσπαθεί να βάλει όρια, ενώ ο άλλος τα καταρρίπτει. Κάτι τέτοιο φυσικά δημιουργεί σύγχυση στο παιδί καθώς δεν ξέρει ποιοι είναι οι κανόνες μέσα στο σπίτι, ποια είναι τα όρια και αν υπάρχει λόγος ύπαρξης τήρησης τους. Τις περισσότερες φορές τα παιδιά περιφέρονται καθ’ όπως τους βολεύει και σύμφωνα με το συμφέρον τους...

Η εφηβεία είναι μία περίοδος η οποία χαρακτηρίζεται από έντονες μεταβολές. Οι μεταβολές αυτές είναι σωματικές, νοητικές, κοινωνικές, σεξουαλικές και συναισθηματικές. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της εφηβείας διαμορφώνεται και επαναπροσδιορίζεται  η ταυτότητα του ατόμου. Οι έφηβοι καλούνται να εξοικειωθούν και να αποδεχτούν τις αλλαγές αυτές. Στο κομμάτι αυτό, πολλοί είναι οι έφηβοι οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες και κλείνονται στον εαυτό τους.

Η εφηβεία χαρακτηρίζεται από συναισθηματικές μεταπτώσεις, περιόδους θλίψης και απομόνωσης, συγκρούσεις, έντονη διεκδικητικότητα, σύγχυση και αποδιοργάνωση. Κομμάτι της εφηβείας αποτελεί η κατάθλιψη, ο αυτοκτονικός ιδεασμός και οι αυτοτραυματισμοί.

Ξεκινάνε τα σχολεία και το γεγονός αυτό από μόνο του προκαλεί διάφορα συναισθήματα τόσο στα παιδιά, όσο και στους γονείς. Ανυπομονησία, χαρά, προσμονή, άγχος, ανησυχία, είναι κάποια από τα συναισθήματα που εκδηλώνουν τα παιδιά αλλά και οι γονείς. Τα παιδιά θα πάνε σε μεγαλύτερη τάξη, θα ξαναδούν τους φίλους τους, τους δασκάλους ή θα γνωρίσουν καινούριους.

Μία μερίδα παιδιών θα αφήσει το Δημοτικό και θα πάει στο Γυμνάσιο. Αυτό σηματοδοτεί το μεγάλωμα του παιδιού, την αποχώρηση του από το «μικρό» σχολείο στο «μεγάλο», την ωρίμανση του, την ανάληψη νέων ευθυνών. Τα παιδιά αισθάνονται πως περνάνε σε άλλο επίπεδο, πως μεγαλώνει η αξία τους, πως οι γονείς τώρα τα υπολογίζουν περισσότερο, διεκδικούν περισσότερη ελευθερία και αυτονομία.

Μαζί με τα παραπάνω, έρχεται και η έναρξη της προεφηβείας για τα περισσότερα παιδιά και σταδιακά το πέρασμα στην εφηβεία. Οι ορμονικές αλλαγές φυσικά δυσκολεύουν το παιδί με την διαχείριση των συναισθημάτων του και των συμπεριφορών του.

Ξεκινάνε τα σχολεία και μαζί με αυτά ξεκινάνε και οι πιέσεις από γονείς και δασκάλους για τις καλές επιδόσεις των μαθητών. Υψηλοί στόχοι και προσδοκίες ασκούν επιπλέον πίεση στους ήδη αγχωμένους μαθητές. Ποιοι παράγοντες βοηθάνε έναν μαθητή να πετύχει;

Ένας μαθητής για να πετύχει πρέπει πρώτα από όλα να έχει κίνητρο, ενδιαφέρον και στόχους. Δικούς του στόχους , τους οποίους έχει θέσει το ίδιο και όχι άλλοι για αυτόν (π.χ. προσδοκίες γονέων). Είναι πολύ σημαντικό να βρίσκει ενδιαφέρον πάνω στο αντικείμενο στο οποίο καλείται να δουλέψει, να μελετήσει κτλ. Σημαντικός παράγοντας λοιπόν είναι το σχολείο. Η μάθηση πρέπει να είναι δημιουργικής μορφής, κομμάτι της προσωπικής ανάπτυξης του μαθητή και να του παρέχει ένα βαθμό ικανοποίησης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να μην αδρανοποιούνται οι ικανότητες του κάθε μαθητή, αλλά να εξελίσσονται και να βελτιώνονται.

Η οικογένεια παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο στα κίνητρα του μαθητή. Είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί όλο το οικοδόμημα. Το κίνητρο της επιτυχίας οδηγεί σε υψηλές επιδόσεις, προσδοκίες για διάκριση και επίτευξη των στόχων.

Ένα από τα λάθη που κάνει ένας γονέας στην προσπάθεια του να μην περιορίσει το παιδί του, είναι ότι του αφήνει πολλά περιθώρια εξουσίας. Τι σημαίνει όμως αυτό? Πολλοί γονείς φτάνουν στα γραφεία μας ανησυχώντας για την συμπεριφορά των παιδιών τους, τα ξεσπάσματα τους, την αδιαφορία τους, την χειριστική τους συμπεριφορά κτλ. Τις περισσότερες φορές αυτό που διαπιστώνουμε είναι πως οι γονείς δεν είναι σε θέση να οριοθετήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους. Αντίθετα, τους έχουν παραχωρήσει παραπάνω εξουσία από αυτή που πρέπει και από αυτή που μπορεί να διαχειριστεί ένα παιδί. Αποτέλεσμα αυτού είναι το παιδί να συγχέει τους ρόλους του κάθε μέλους της οικογένειας, να αισθάνεται ότι μπορεί να ορίζει και να παίρνει αποφάσεις για την λειτουργία της οικογένειας, τόσο σε σημαντικά άλλα και σε πιο απλά καθημερινά θέματα.

Έτσι λοιπόν, βλέπουμε παιδιά τα οποία λειτουργούν χωρίς όρια και περιορισμούς, κάνουν ότι αυτά θέλουν, κοιμούνται ότι ώρα αυτά ορίσουν, ακόμα κι αν οι γονείς προσπαθούν να τα έχουν για ύπνο μέχρι μια συγκεκριμένη ώρα, παιδιά τα οποία απαντάνε στον γονέα τους με ασέβεια (π.χ. σιγά μη σε φοβηθώ!, θα κάνεις ότι σου πω εγώ!), πεισματάρικα παιδιά τα οποία έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από τους γονείς τους, δεν ακολουθούν κανόνες, υποτιμούν τους άλλους, προσπαθούν να επιβληθούν στους γονείς και πολλά άλλα.

Ο ασφαλής δεσμός αναφέρεται σε έναν ισχυρά συναισθηματικό δεσμό μεταξύ παιδιού και πρόσωπου που το φροντίζει, είτε είναι η μητέρα είτε κάποιος άλλος, ο οποίος δημιουργείται ως αποτέλεσμα της ευαίσθητης παροχής φροντίδας. Η μητέρα λαμβάνεται ως ένα αξιόπιστο πρόσωπο για το παιδί, συναισθηματικά διαθέσιμο, υποστηρικτικό, το οποίο καλύπτει τις ανάγκες του παιδιού.

Τα παιδιά με ασφαλή δεσμό αισθάνονται σιγουριά & ασφάλεια, γίνονται περισσότερο κοινωνικά, ανεξάρτητα, περίεργα, και ικανά. Επιπλέον, και σύμφωνα με τον Έρικσον, τα παιδιά αυτά έχουν αυξημένο αίσθημα εμπιστοσύνης, τόσο στα πρώτα χρόνια της ζωής τους αλλά και στη μετέπειτα ανάπτυξή τους.

Ο δεσμός που θα αναπτύξει ένα παιδί με τη μητέρα του παίζει καθοριστικό ρόλο στην προσωπικότητά του και την κοινωνική του ανάπτυξη. Τα παιδιά με ασφαλή δεσμό είναι πιο ενθουσιώδη, συνεργάσιμα και επίμονα. Είναι αυθόρμητα, επινοούν συμβολικό παιχνίδι, επιμένουν περισσότερο στις εργασίες τους στη σχολική ηλικία, είναι πρόθυμα να μάθουν και να διδαχτούν νέες δεξιότητες, έχουν αυξημένες κοινωνικές δεξιότητες και αλληλεπιδρούν θετικά με τους άλλους...

Ένας αγχώδης γονέας μπορεί εύκολα να μεταφέρει το άγχος του στο παιδί του. Ο γονέας λειτουργεί ως μιμητικό πρότυπο ακόμα κι αν δεν το θέλει. Η υπερπροστασία και η συνεχής επιφυλακή του γονέα προς εντοπισμό πιθανών κινδύνων και απειλών, μεταφέρεται στο παιδί. Το παιδί αισθάνεται ότι είναι ευάλωτο, ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί ανα πάσα ώρα και στιγμή, αισθάνεται αφόρητη υπερένταση και ανησυχία.

Πως μεταφέρουν οι γονείς το άγχος τους στα παιδιά;

Οι γονείς που εκφράζουν συνεχώς τους δικούς τους φόβους μπροστά στο παιδί, του μεταδίδουν άγχος. Ακόμα και ο τρόπος που θα εκφραστεί ή οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσει ο γονέας μεταφέρουν και δημιουργούν σκέψεις και συναισθήματα άγχους στο παιδί.

Μια άλλη παγίδα αφορά στην αποκάλυψη υπερβολικών πληροφοριών στο παιδί. Ένα παιδί δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί προβλήματα που μπορεί να μοιράζεται ο γονέας μαζί του π.χ. οικονομικά θέματα, οικογενειακά, επαγγελματικά κτλ, με αποτέλεσμα να μπαίνει πρόωρα και ανέτοιμο στα προβλήματα της ενήλικης ζωής.

Οι υπερβολικές απαιτήσεις αλλά και οι προσδοκίες που έχει ένας γονέας από το παιδί του είναι ένας ακόμα τρόπος με τον οποίο ο γονέας γεμίζει άγχος το παιδί...

Η οικογένεια είναι το πρώτο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ένα παιδί. Με το που γεννηθεί ένα παιδί γίνεται μέλος του οικογενειακού συστήματος. Έρχεται σε επαφή με την μητέρα του την οποία ήδη γνωρίζει μέσω της μυρωδιάς της, των χτύπων της καρδιάς της κτλ, και θεωρεί οικεία από την περίοδο της εγκυμοσύνης. Όσο το παιδί μεγαλώνει αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να εξοικειώνεται με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, όπως είναι ο πατέρας, τα αδέρφια, ο παππούς, η γιαγιά κτλ.

Πολλές φορές επικρατεί η άποψη πως τα παιδιά είναι προέκταση του γονέα και καθρέφτης τους. Η πεποίθηση αυτή αυξάνει τις προσδοκίες των γονιών από το παιδί . Έτσι οι γονείς προσδοκούν και περιμένουν από το παιδί τους να συμπεριφέρεται ορθά, σωστά, με πειθαρχία και ευγένεια, ώστε να μην βρεθούν σε δύσκολη θέση και να μην τους εκθέσει το παιδί στα μάτια τρίτων, ως γονείς. Όταν το παιδί δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την εικόνα, ο γονέας αισθάνεται πως η συμπεριφορά του παιδιού του τον προσβάλει, τον θίγει ακόμα και ότι τον αδικεί. Έτσι, ακούμε γονείς να εκφράζουν αποδοκιμασία για τη συμπεριφορά του παιδιού τους, να ντρέπονται για αυτή και να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τόσο το παιδί τους όσο και τον ίδιο τους τον εαυτό. Ακούμε γονείς να λένε «εγώ δεν σε μεγάλωσα έτσι», « που τα έχεις μάθει αυτά», « εμείς στο σπίτι δεν συμπεριφερόμαστε έτσι» και άλλα, κυρίως με σκοπό να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους στους τρίτους, ώστε να μην κακοχαρακτηριστούν ως ανεπαρκείς γονείς.

Θεωρούν δηλαδή, λανθασμένα, πώς εάν το παιδί τους συμπεριφερθεί με αγένεια ή ανωριμότητα είναι επειδή οι ίδιοι το έχουν περάσει στο παιδί τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον παράγοντα της προσωπικότητας, του χαρακτήρα του παιδιού ή και άλλων εξωτερικών παραγόντων οι οποίοι συμβάλουν στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός παιδιού.

Σελίδα 1 από 11