Ο ασφαλής δεσμός αναφέρεται σε έναν ισχυρά συναισθηματικό δεσμό μεταξύ παιδιού και πρόσωπου που το φροντίζει, είτε είναι η μητέρα είτε κάποιος άλλος, ο οποίος δημιουργείται ως αποτέλεσμα της ευαίσθητης παροχής φροντίδας. Η μητέρα λαμβάνεται ως ένα αξιόπιστο πρόσωπο για το παιδί, συναισθηματικά διαθέσιμο, υποστηρικτικό, το οποίο καλύπτει τις ανάγκες του παιδιού.

Τα παιδιά με ασφαλή δεσμό αισθάνονται σιγουριά & ασφάλεια, γίνονται περισσότερο κοινωνικά, ανεξάρτητα, περίεργα, και ικανά. Επιπλέον, και σύμφωνα με τον Έρικσον, τα παιδιά αυτά έχουν αυξημένο αίσθημα εμπιστοσύνης, τόσο στα πρώτα χρόνια της ζωής τους αλλά και στη μετέπειτα ανάπτυξή τους.

Ο δεσμός που θα αναπτύξει ένα παιδί με τη μητέρα του παίζει καθοριστικό ρόλο στην προσωπικότητά του και την κοινωνική του ανάπτυξη. Τα παιδιά με ασφαλή δεσμό είναι πιο ενθουσιώδη, συνεργάσιμα και επίμονα. Είναι αυθόρμητα, επινοούν συμβολικό παιχνίδι, επιμένουν περισσότερο στις εργασίες τους στη σχολική ηλικία, είναι πρόθυμα να μάθουν και να διδαχτούν νέες δεξιότητες, έχουν αυξημένες κοινωνικές δεξιότητες και αλληλεπιδρούν θετικά με τους άλλους...

Ένας αγχώδης γονέας μπορεί εύκολα να μεταφέρει το άγχος του στο παιδί του. Ο γονέας λειτουργεί ως μιμητικό πρότυπο ακόμα κι αν δεν το θέλει. Η υπερπροστασία και η συνεχής επιφυλακή του γονέα προς εντοπισμό πιθανών κινδύνων και απειλών, μεταφέρεται στο παιδί. Το παιδί αισθάνεται ότι είναι ευάλωτο, ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί ανα πάσα ώρα και στιγμή, αισθάνεται αφόρητη υπερένταση και ανησυχία.

Πως μεταφέρουν οι γονείς το άγχος τους στα παιδιά;

Οι γονείς που εκφράζουν συνεχώς τους δικούς τους φόβους μπροστά στο παιδί, του μεταδίδουν άγχος. Ακόμα και ο τρόπος που θα εκφραστεί ή οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσει ο γονέας μεταφέρουν και δημιουργούν σκέψεις και συναισθήματα άγχους στο παιδί.

Μια άλλη παγίδα αφορά στην αποκάλυψη υπερβολικών πληροφοριών στο παιδί. Ένα παιδί δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί προβλήματα που μπορεί να μοιράζεται ο γονέας μαζί του π.χ. οικονομικά θέματα, οικογενειακά, επαγγελματικά κτλ, με αποτέλεσμα να μπαίνει πρόωρα και ανέτοιμο στα προβλήματα της ενήλικης ζωής.

Οι υπερβολικές απαιτήσεις αλλά και οι προσδοκίες που έχει ένας γονέας από το παιδί του είναι ένας ακόμα τρόπος με τον οποίο ο γονέας γεμίζει άγχος το παιδί...

Η οικογένεια είναι το πρώτο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ένα παιδί. Με το που γεννηθεί ένα παιδί γίνεται μέλος του οικογενειακού συστήματος. Έρχεται σε επαφή με την μητέρα του την οποία ήδη γνωρίζει μέσω της μυρωδιάς της, των χτύπων της καρδιάς της κτλ, και θεωρεί οικεία από την περίοδο της εγκυμοσύνης. Όσο το παιδί μεγαλώνει αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να εξοικειώνεται με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, όπως είναι ο πατέρας, τα αδέρφια, ο παππούς, η γιαγιά κτλ. 

Πολλές φορές επικρατεί η άποψη πως τα παιδιά είναι προέκταση του γονέα και καθρέφτης τους. Η πεποίθηση αυτή αυξάνει τις προσδοκίες των γονιών από το παιδί . Έτσι οι γονείς προσδοκούν και περιμένουν από το παιδί τους να συμπεριφέρεται ορθά, σωστά, με πειθαρχία και ευγένεια, ώστε να μην βρεθούν σε δύσκολη θέση και να μην τους εκθέσει το παιδί στα μάτια τρίτων, ως γονείς. Όταν το παιδί δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την εικόνα, ο γονέας αισθάνεται πως η συμπεριφορά του παιδιού του τον προσβάλει, τον θίγει ακόμα και ότι τον αδικεί. Έτσι, ακούμε γονείς να εκφράζουν αποδοκιμασία για τη συμπεριφορά του παιδιού τους, να ντρέπονται για αυτή και να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τόσο το παιδί τους όσο και τον ίδιο τους τον εαυτό. Ακούμε γονείς να λένε «εγώ δεν σε μεγάλωσα έτσι», « που τα έχεις μάθει αυτά», « εμείς στο σπίτι δεν συμπεριφερόμαστε έτσι» και άλλα, κυρίως με σκοπό να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους στους τρίτους, ώστε να μην κακοχαρακτηριστούν ως ανεπαρκείς γονείς.

Θεωρούν δηλαδή, λανθασμένα, πώς εάν το παιδί τους συμπεριφερθεί με αγένεια ή ανωριμότητα είναι επειδή οι ίδιοι το έχουν περάσει στο παιδί τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον παράγοντα της προσωπικότητας, του χαρακτήρα του παιδιού ή και άλλων εξωτερικών παραγόντων οι οποίοι συμβάλουν στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός παιδιού.

Ο ενύπνιος τρόμος είναι μία διαταραχή ύπνου, η οποία αφορά σε επανειλημμένα επεισόδια αιφνίδιας αφύπνισης του παιδιού. Τα επεισόδια αυτά συνοδεύονται από κραυγές, φόβο, τρόμο, κλάματα, έντονη κινητικότητα και διέγερση του αυτόνομου νευρικού συστήματος του παιδιού, π.χ. ταχυκαρδία, ταχύπνοια, εφίδρωση κτλ.

Στα επεισόδια τρόμου το παιδί ανασηκώνεται, κάθεται στο κρεβάτι του σε κατάσταση πανικού, συνήθως κοιτάει προς την πόρτα ή τρέχει προς αυτήν χωρίς όμως να βγαίνει από το δωμάτιο, και το βλέμμα του δεν εστιάζει κάπου.

Συνήθως το παιδί έχει διεσταλμένες κόρες εκείνη τη στιγμή, βγάζει δυνατές κραυγές και δυσκολεύεται να ηρεμήσει. Όταν το παιδί συνέρχεται δεν έχει ανάμνηση του περιστατικού, ενώ τα επεισόδια διαρκούν από 1 έως 10 λεπτά.

Αυτό που κυρίως τρομάζει και ανησυχεί τους γονείς, είναι το βλέμμα του παιδιού και το γεγονός πώς το παιδί δεν έχει πλήρη συνείδηση, δεν είναι όμως και σε κατάσταση ύπνου. Εκείνη τη στιγμή το παιδί δεν αναγνωρίζει κανέναν, δεν ξέρει πού βρίσκεται, παρόλο που μπορεί να απαντήσει σε ερωτήσεις που θα του κάνουν...

Παλαιότερα επικρατούσε η αντίληψη πώς η πολλή αγάπη και στοργή μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στο παιδί, καθώς γίνεται κακομαθημένο, χειριστικό κτλ.

Κάτι τέτοιο φυσικά δεν ισχύει! Κανένας γονέας δεν έβλαψε το παιδί του από την πολλή αγάπη, την προσοχή και τη στοργή. Αντίθετα, αυτό που μπορεί να βλάψει ένα παιδί είναι η έλλειψη ορίων, η ασύδοτη ελευθερία και η αδιαφορία του γονέα. Επιπλέον, τα παιδιά γίνονται κακομαθημένα όταν αντί για αγάπη λαμβάνουν υλικά αγαθά, περισσότερο χρόνο στο tablet, στην τηλεόραση , ακριβά δώρα, αγαπημένες λιχουδιές και φαγητά σε υπέρμετρο βαθμό κτλ.

Ένα παιδί το οποίο ακούει από τον γονέα ότι το αγαπάει, ότι το στηρίζει, λαμβάνει τον έπαινο, την αναγνώριση, την φροντίδα, την προσοχή του γονέα, αισθάνεται σιγουριά, ασφάλεια και ως αποτέλεσμα γίνεται λιγότερο απαιτητικό, καθώς ικανοποιούνται οι συναισθηματικές του ανάγκες...

Η συναισθηματική σεξουαλική κακοποίηση είναι μια σχετικά άγνωστη αλλά πολύ συνηθισμένη μορφή κακοποίησης γονέα προς παιδί. Δεν περιλαμβάνει ασέλγεια ούτε σωματική βία. Σπάνια αναγνωρίζεται από τους δράστες, από τα θύματα ή από τον περίγυρο ως κακοποίηση. Απεναντίας, ο κόσμος συνηθίζει να τη βλέπει ως «υπερβολική αγάπη» ή ότι «του/της έχει μεγάλη αδυναμία».

Οι συνέπειές της όμως είναι πολλές φορές εξίσου σοβαρές με αυτές της ασέλγειας, ενώ η βαθιά άρνηση που την περιβάλλει, προκαλεί μεγάλη σύγχυση στο άτομο-παιδί, το κάνει να μην εμπιστεύεται την ίδια του την πραγματικότητα.

Συναισθηματική (ή «κεκαλυμμένη») σεξουαλική κακοποίηση έχουμε όταν ο γονιός χρησιμοποιεί το παιδί ως συναισθηματικό σύντροφο. Ο γονιός δεν είναι εκεί για να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού, αλλά το αντίστροφο. Ο γονιός δεν καλύπτεται συναισθηματικά από τη σχέση του με τον σύντροφό του (είτε γιατί αυτός δεν υπάρχει είτε γιατί είναι συναισθηματικά απών είτε λόγω άλλων προβλημάτων) και για να γεμίσει τη δική του μοναξιά δίνει στο παιδί (συνήθως του αντίθετου φύλου) τον ξεχωριστό ρόλο του έμπιστου συντρόφου.

Υποκατάστατο σχέσης

Έτσι, για παράδειγμα: Η μοναχική μητέρα μιλά συνέχεια στον γιο της για τα δικά της προβλήματα, για τη μοναξιά της, ακόμη και για την έλλειψη ερωτικής ικανοποίησης στη ζωή της.

Ο πατέρας κάνει την κόρη του «μικρή πριγκίπισσα» και εκείνη τον συνοδεύει παντού, σχεδόν ως παρτενέρ.

Η μητέρα κοιμάται μαζί με τον γιο της (ακόμη και σε ηλικία 7, 9 ή 11 ετών) με τη δικαιολογία ότι το παιδί φοβάται να κοιμηθεί μόνο του (ενώ στην πραγματικότητα εκείνη χρειάζεται ένα ζεστό σώμα δίπλα της)...

Τα παιδιά μεγαλώνουν με την μαγεία των Χριστουγέννων και του Αϊ-Βασίλη, ο οποίος μπαίνει κρυφά στα σπίτια μας με ένα μαγικό τρόπο και μοιράζει δώρα σε όλα τα παιδιά του πλανήτη μέσα σε μια μόνο νύχτα με το έλκηθρο και τους ιπτάμενους ταράνδους του!! 

Μεγαλώνοντας τα παιδία αρχίζουν όμως να αντιλαμβάνονται πως κάτι δεν κολλάει στην όλη ιστορία…και αρχίζουν να κάνουν ερωτήσεις σχετικά με την πρόσβαση στα σπίτια, τι γίνεται με τα σπίτια που δεν έχουν τζάκι, τι γίνεται με το θέμα χρόνου και διάφορες άλλες εύλογες ερωτήσεις που φέρνουν τον γονέα σε δύσκολη θέση, καθώς δεν έχει πειστικές απαντήσεις να δώσει στο παιδί. Τι πρέπει να απαντήσει ο γονέας και πότε ένα παιδί μαθαίνει ότι δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης;

Η μαγεία και η φαντασία είναι ένα απαραίτητο κομμάτι για την παιδική ανάπτυξη, το οποίο καλό είναι να μην του το στερήσουμε από μικρή ηλικία, αλλά να το αφήσουμε σε αυτή την παιδική ανεμελιά που κάνει τόσο όμορφο τον παιδικό του κόσμο. Το παιδί θέλοντας και μη θα ανακαλύψει κάποια στιγμή την ρεαλιστική πραγματικότητα. Εάν αποκαλύψουμε πολύ νωρίς (π.χ. στην νηπιακή ηλικία) στο παιδί πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης το πιο πιθανό είναι να απογοητευτεί και να στεναχωρηθεί.

Τα παιδιά από μόνα τους μετά την ηλικία των 6-7 ετών αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και να αμφισβητούν κάποια πράγματα. Η κριτική τους σκέψη αναπτύσσεται και το παιδί είναι σε θέση να εκλογικεύσει κάποια δεδομένα και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Πολλά παιδιά πρωτοσχολικής ηλικίας  εκδηλώνουν σιγά-σιγά τις αμφιβολίες λέγοντας π.χ. «Μαμά, εγώ δεν πιστεύω ότι χωράει ο Άγιος Βασίλης από το τζάκι μας…» ή «Εγώ νομίζω πως τα δώρα τα φέρνουν οι γονείς στα παιδιά…». Οι γονείς δεν είναι απαραίτητο να δώσουμε εξηγήσεις στις απορίες του παιδιού, ώστε να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση,αλλά  ούτε και να προσπαθήσουμε να το πείσουμε για την ύπαρξη του Αϊ-Βασίλη. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακούσουμε τις σκέψεις του παιδιού και να συμμετέχουμε σε αυτές  με διπλωματικό τρόπο λέγοντας του π.χ.«Ναι, μάλλον έχεις δίκιο..δεν θα του έφτανε μια νύχτα για όλα τα παιδιά του κόσμου…». Όσο βλέπουμε πως το παιδί πιστεύει στο Άγιο Βασίλη δεν το προσγειώνουμε στην πραγματικότητα. Όταν πλέον το παιδί μας έχει πειστεί πως δεν υπάρχει, τότε μπορούμε να συμφωνήσουμε μαζί του και να του μιλήσουμε για το πνεύμα αγάπης των Χριστουγέννων, την ιστορία του Αγίου Βασιλείου ή του Αγίου Νικολάου και το πώς φτάσαμε στο παραμύθι του Αϊ-Βασίλη που μοιράζει δώρα με το έλκηθρο.

Σε περίπτωση που υπάρχουν μικρότερα παιδιά στο σπίτι συμβουλεύουμε το παιδί μας να μην μαρτυρήσει στο μικρούλι αδερφάκι του την αλήθεια ώστε να μην του χαλάσει το χριστουγεννιάτικο όνειρο και την μαγεία των Χριστουγέννων.

Κατσαούνη Μαρία-Ψυχολόγος (MSc)

Η διαταραχή διαγωγής αφορά σε συμπεριφορές όπως είναι η έλλειψη σεβασμού, η επιθετικότητα και η αντικοινωνική συμπεριφορά, και η έναρξη της διαταραχής παρατηρείται στην ηλικία 5-6 ετών . Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας τα βασικά χαρακτηριστικά των διαταραχών διαγωγής είναι η επαναλαμβανόμενη και επίμονη δυσκοινωνική, επιθετική ή προκλητική διαγωγή.

Σύμφωνα με το DSM-IV τα διαγνωστικά κριτήρια είναι τα εξής:

-Η επαναλαμβανόμενη και επίμονη συμπεριφορά κατά την οποία παραβιάζονται τα βασικά δικαιώματα των άλλων και οι βασικοί κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού ή εφήβου.

Για την διάγνωση απαιτείται η παρουσία 3 ή περισσοτέρων από τα παρακάτω κριτήρια για διάστημα 12 μηνών και τουλάχιστον ενός κριτηρίου τους τελευταίους 6 μήνες.

1.Επιθετικότητα σε ανθρώπους και ζώα

Το παιδί ή έφηβος εκφοβίζει, απειλεί ή τρομοκρατεί άλλα άτομα ή ζώα, πολλές φορές υπάρχει σωματική εμπλοκή (καβγάδες, ξυλοδαρμός) ή χρήση αντικείμενου π.χ. ρόπαλο, επιδεικνύει σωματική σκληρότητα και δύναμη σε άλλα άτομα η ζώα, έχει προσπαθήσει να ληστέψει άτομο ή έχει εξαναγκάσει άτομο σε σεξουαλική δραστηριότητα μαζί του.

2.Καταστροφή ιδιοκτησίας

Βανδαλισμός ή πρόκληση φωτιάς με σκοπό να προκαλέσει ζημία και να βλάψει τον άλλον και την ιδιοκτησία του.

3. Απάτη ή κλοπή

Διάρρηξη, κλοπή από κατάστημα, ψέματα για να κερδίσει κάτι (προσωπικό όφελος)

ή να αποφύγει υποχρεώσεις, πλαστογραφία κ.α.

4. Σοβαρές παραβάσεις κανόνων

Αδικαιολόγητες και συχνές απουσίες από το σχολείο, απουσία τα βράδια από το σπίτι ή και για μεγάλο διάστημα, καθυστερημένη επιστροφή στο σπίτι ή και καθόλου, παρά τους κανόνες των γονέων κτλ.

Η πρώιμη έναρξη της διαταραχής συνεπάγεται συνήθως εδραιωμένη κατάσταση και πιο δύσκολή πορεία. Τα παιδιά αυτά έχουν αυξημένες πιθανότητες να εκδηλώσουν αντικοινωνικές συμπεριφορές και ως ενήλικες.  Επιπλέον, συνυπάρχουν και άλλες διαταραχές όπως διαταραχή ελαττωματικής προσοχής, μαθησιακές δυσκολίες κτλ(Hinshaw et al., 1993)

Έρευνες έχουν δείξει πως τα παιδιά με χαμηλή δημοτικότητα έχουν τάση να εκδηλώνουν παραβατικές και επιθετικές συμπεριφορές, ανυπακοή, χαμηλές σχολικές επιδόσεις, άγχος κ.α. Εάν οι γονείς εντοπίσουν παρόμοιες με τις παραπάνω συμπεριφορές στο παιδί τους, θα πρέπει να απευθυνθούν σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας.

Κατσαούνη Μαρία-Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

Πολλά παιδιά έχουν ξεσπάσματα την ώρα του φαγητού. Ένα  παιδί μπορεί να πετάξει το φαγητό του γιατί δεν του αρέσει, να θυμώσει γιατί δεν είναι στο αγαπημένο του πιάτο, γιατί έχει μέσα «κάτι πράσινο» κτλ. Οι γονείς τις περισσότερες φορές δεν ξέρουν πώς να χειριστούν την κατάσταση και δοκιμάζουν διάφορους τρόπους διαχείρισης, χωρίς πάντα να υπάρχει αποτέλεσμα. Τι πρέπει λοιπόν να κάνει ένας γονέας;

Οι γονείς θα πρέπει να δείξουν στο παιδί τους ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή. Επιπλέον, θα πρέπει να προσπαθήσουν να δουν από πού πηγάζει αυτή η συμπεριφορά. Είναι κούραση, είναι θυμός, άγχος, φόβος, ανάγκη του παιδιού για τον έλεγχο; Μήπως η διαπαιδαγώγηση του είναι τόσο αυστηρή που αισθάνεται την ανάγκη να επιβληθεί ή είναι απλά μια κακή μέρα;

Πρακτικές συμβουλές αντιμετώπισης:...

Σελίδα 1 από 11