Ξεκινάνε τα σχολεία και το γεγονός αυτό από μόνο του προκαλεί διάφορα συναισθήματα τόσο στα παιδιά, όσο και στους γονείς. Ανυπομονησία, χαρά, προσμονή, άγχος, ανησυχία, είναι κάποια από τα συναισθήματα που εκδηλώνουν τα παιδιά αλλά και οι γονείς. Τα παιδιά θα πάνε σε μεγαλύτερη τάξη, θα ξαναδούν τους φίλους τους, τους δασκάλους ή θα γνωρίσουν καινούριους.

Μία μερίδα παιδιών θα αφήσει το Δημοτικό και θα πάει στο Γυμνάσιο. Αυτό σηματοδοτεί το μεγάλωμα του παιδιού, την αποχώρηση του από το «μικρό» σχολείο στο «μεγάλο», την ωρίμανση του, την ανάληψη νέων ευθυνών. Τα παιδιά αισθάνονται πως περνάνε σε άλλο επίπεδο, πως μεγαλώνει η αξία τους, πως οι γονείς τώρα τα υπολογίζουν περισσότερο, διεκδικούν περισσότερη ελευθερία και αυτονομία.

Μαζί με τα παραπάνω, έρχεται και η έναρξη της προεφηβείας για τα περισσότερα παιδιά και σταδιακά το πέρασμα στην εφηβεία. Οι ορμονικές αλλαγές φυσικά δυσκολεύουν το παιδί με την διαχείριση των συναισθημάτων του και των συμπεριφορών του.

Ξεκινάνε τα σχολεία και μαζί με αυτά ξεκινάνε και οι πιέσεις από γονείς και δασκάλους για τις καλές επιδόσεις των μαθητών. Υψηλοί στόχοι και προσδοκίες ασκούν επιπλέον πίεση στους ήδη αγχωμένους μαθητές. Ποιοι παράγοντες βοηθάνε έναν μαθητή να πετύχει;

Ένας μαθητής για να πετύχει πρέπει πρώτα από όλα να έχει κίνητρο, ενδιαφέρον και στόχους. Δικούς του στόχους , τους οποίους έχει θέσει το ίδιο και όχι άλλοι για αυτόν (π.χ. προσδοκίες γονέων). Είναι πολύ σημαντικό να βρίσκει ενδιαφέρον πάνω στο αντικείμενο στο οποίο καλείται να δουλέψει, να μελετήσει κτλ. Σημαντικός παράγοντας λοιπόν είναι το σχολείο. Η μάθηση πρέπει να είναι δημιουργικής μορφής, κομμάτι της προσωπικής ανάπτυξης του μαθητή και να του παρέχει ένα βαθμό ικανοποίησης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να μην αδρανοποιούνται οι ικανότητες του κάθε μαθητή, αλλά να εξελίσσονται και να βελτιώνονται.

Η οικογένεια παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο στα κίνητρα του μαθητή. Είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί όλο το οικοδόμημα. Το κίνητρο της επιτυχίας οδηγεί σε υψηλές επιδόσεις, προσδοκίες για διάκριση και επίτευξη των στόχων.

Ένα από τα λάθη που κάνει ένας γονέας στην προσπάθεια του να μην περιορίσει το παιδί του, είναι ότι του αφήνει πολλά περιθώρια εξουσίας. Τι σημαίνει όμως αυτό? Πολλοί γονείς φτάνουν στα γραφεία μας ανησυχώντας για την συμπεριφορά των παιδιών τους, τα ξεσπάσματα τους, την αδιαφορία τους, την χειριστική τους συμπεριφορά κτλ. Τις περισσότερες φορές αυτό που διαπιστώνουμε είναι πως οι γονείς δεν είναι σε θέση να οριοθετήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους. Αντίθετα, τους έχουν παραχωρήσει παραπάνω εξουσία από αυτή που πρέπει και από αυτή που μπορεί να διαχειριστεί ένα παιδί. Αποτέλεσμα αυτού είναι το παιδί να συγχέει τους ρόλους του κάθε μέλους της οικογένειας, να αισθάνεται ότι μπορεί να ορίζει και να παίρνει αποφάσεις για την λειτουργία της οικογένειας, τόσο σε σημαντικά άλλα και σε πιο απλά καθημερινά θέματα.

Έτσι λοιπόν, βλέπουμε παιδιά τα οποία λειτουργούν χωρίς όρια και περιορισμούς, κάνουν ότι αυτά θέλουν, κοιμούνται ότι ώρα αυτά ορίσουν, ακόμα κι αν οι γονείς προσπαθούν να τα έχουν για ύπνο μέχρι μια συγκεκριμένη ώρα, παιδιά τα οποία απαντάνε στον γονέα τους με ασέβεια (π.χ. σιγά μη σε φοβηθώ!, θα κάνεις ότι σου πω εγώ!), πεισματάρικα παιδιά τα οποία έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από τους γονείς τους, δεν ακολουθούν κανόνες, υποτιμούν τους άλλους, προσπαθούν να επιβληθούν στους γονείς και πολλά άλλα.

Ο ασφαλής δεσμός αναφέρεται σε έναν ισχυρά συναισθηματικό δεσμό μεταξύ παιδιού και πρόσωπου που το φροντίζει, είτε είναι η μητέρα είτε κάποιος άλλος, ο οποίος δημιουργείται ως αποτέλεσμα της ευαίσθητης παροχής φροντίδας. Η μητέρα λαμβάνεται ως ένα αξιόπιστο πρόσωπο για το παιδί, συναισθηματικά διαθέσιμο, υποστηρικτικό, το οποίο καλύπτει τις ανάγκες του παιδιού.

Τα παιδιά με ασφαλή δεσμό αισθάνονται σιγουριά & ασφάλεια, γίνονται περισσότερο κοινωνικά, ανεξάρτητα, περίεργα, και ικανά. Επιπλέον, και σύμφωνα με τον Έρικσον, τα παιδιά αυτά έχουν αυξημένο αίσθημα εμπιστοσύνης, τόσο στα πρώτα χρόνια της ζωής τους αλλά και στη μετέπειτα ανάπτυξή τους.

Ο δεσμός που θα αναπτύξει ένα παιδί με τη μητέρα του παίζει καθοριστικό ρόλο στην προσωπικότητά του και την κοινωνική του ανάπτυξη. Τα παιδιά με ασφαλή δεσμό είναι πιο ενθουσιώδη, συνεργάσιμα και επίμονα. Είναι αυθόρμητα, επινοούν συμβολικό παιχνίδι, επιμένουν περισσότερο στις εργασίες τους στη σχολική ηλικία, είναι πρόθυμα να μάθουν και να διδαχτούν νέες δεξιότητες, έχουν αυξημένες κοινωνικές δεξιότητες και αλληλεπιδρούν θετικά με τους άλλους...

Ένας αγχώδης γονέας μπορεί εύκολα να μεταφέρει το άγχος του στο παιδί του. Ο γονέας λειτουργεί ως μιμητικό πρότυπο ακόμα κι αν δεν το θέλει. Η υπερπροστασία και η συνεχής επιφυλακή του γονέα προς εντοπισμό πιθανών κινδύνων και απειλών, μεταφέρεται στο παιδί. Το παιδί αισθάνεται ότι είναι ευάλωτο, ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί ανα πάσα ώρα και στιγμή, αισθάνεται αφόρητη υπερένταση και ανησυχία.

Πως μεταφέρουν οι γονείς το άγχος τους στα παιδιά;

Οι γονείς που εκφράζουν συνεχώς τους δικούς τους φόβους μπροστά στο παιδί, του μεταδίδουν άγχος. Ακόμα και ο τρόπος που θα εκφραστεί ή οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσει ο γονέας μεταφέρουν και δημιουργούν σκέψεις και συναισθήματα άγχους στο παιδί.

Μια άλλη παγίδα αφορά στην αποκάλυψη υπερβολικών πληροφοριών στο παιδί. Ένα παιδί δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί προβλήματα που μπορεί να μοιράζεται ο γονέας μαζί του π.χ. οικονομικά θέματα, οικογενειακά, επαγγελματικά κτλ, με αποτέλεσμα να μπαίνει πρόωρα και ανέτοιμο στα προβλήματα της ενήλικης ζωής.

Οι υπερβολικές απαιτήσεις αλλά και οι προσδοκίες που έχει ένας γονέας από το παιδί του είναι ένας ακόμα τρόπος με τον οποίο ο γονέας γεμίζει άγχος το παιδί...

Η οικογένεια είναι το πρώτο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ένα παιδί. Με το που γεννηθεί ένα παιδί γίνεται μέλος του οικογενειακού συστήματος. Έρχεται σε επαφή με την μητέρα του την οποία ήδη γνωρίζει μέσω της μυρωδιάς της, των χτύπων της καρδιάς της κτλ, και θεωρεί οικεία από την περίοδο της εγκυμοσύνης. Όσο το παιδί μεγαλώνει αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να εξοικειώνεται με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, όπως είναι ο πατέρας, τα αδέρφια, ο παππούς, η γιαγιά κτλ. 

Πολλές φορές επικρατεί η άποψη πως τα παιδιά είναι προέκταση του γονέα και καθρέφτης τους. Η πεποίθηση αυτή αυξάνει τις προσδοκίες των γονιών από το παιδί . Έτσι οι γονείς προσδοκούν και περιμένουν από το παιδί τους να συμπεριφέρεται ορθά, σωστά, με πειθαρχία και ευγένεια, ώστε να μην βρεθούν σε δύσκολη θέση και να μην τους εκθέσει το παιδί στα μάτια τρίτων, ως γονείς. Όταν το παιδί δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την εικόνα, ο γονέας αισθάνεται πως η συμπεριφορά του παιδιού του τον προσβάλει, τον θίγει ακόμα και ότι τον αδικεί. Έτσι, ακούμε γονείς να εκφράζουν αποδοκιμασία για τη συμπεριφορά του παιδιού τους, να ντρέπονται για αυτή και να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τόσο το παιδί τους όσο και τον ίδιο τους τον εαυτό. Ακούμε γονείς να λένε «εγώ δεν σε μεγάλωσα έτσι», « που τα έχεις μάθει αυτά», « εμείς στο σπίτι δεν συμπεριφερόμαστε έτσι» και άλλα, κυρίως με σκοπό να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους στους τρίτους, ώστε να μην κακοχαρακτηριστούν ως ανεπαρκείς γονείς.

Θεωρούν δηλαδή, λανθασμένα, πώς εάν το παιδί τους συμπεριφερθεί με αγένεια ή ανωριμότητα είναι επειδή οι ίδιοι το έχουν περάσει στο παιδί τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον παράγοντα της προσωπικότητας, του χαρακτήρα του παιδιού ή και άλλων εξωτερικών παραγόντων οι οποίοι συμβάλουν στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός παιδιού.

Ο ενύπνιος τρόμος είναι μία διαταραχή ύπνου, η οποία αφορά σε επανειλημμένα επεισόδια αιφνίδιας αφύπνισης του παιδιού. Τα επεισόδια αυτά συνοδεύονται από κραυγές, φόβο, τρόμο, κλάματα, έντονη κινητικότητα και διέγερση του αυτόνομου νευρικού συστήματος του παιδιού, π.χ. ταχυκαρδία, ταχύπνοια, εφίδρωση κτλ.

Στα επεισόδια τρόμου το παιδί ανασηκώνεται, κάθεται στο κρεβάτι του σε κατάσταση πανικού, συνήθως κοιτάει προς την πόρτα ή τρέχει προς αυτήν χωρίς όμως να βγαίνει από το δωμάτιο, και το βλέμμα του δεν εστιάζει κάπου.

Συνήθως το παιδί έχει διεσταλμένες κόρες εκείνη τη στιγμή, βγάζει δυνατές κραυγές και δυσκολεύεται να ηρεμήσει. Όταν το παιδί συνέρχεται δεν έχει ανάμνηση του περιστατικού, ενώ τα επεισόδια διαρκούν από 1 έως 10 λεπτά.

Αυτό που κυρίως τρομάζει και ανησυχεί τους γονείς, είναι το βλέμμα του παιδιού και το γεγονός πώς το παιδί δεν έχει πλήρη συνείδηση, δεν είναι όμως και σε κατάσταση ύπνου. Εκείνη τη στιγμή το παιδί δεν αναγνωρίζει κανέναν, δεν ξέρει πού βρίσκεται, παρόλο που μπορεί να απαντήσει σε ερωτήσεις που θα του κάνουν...

Παλαιότερα επικρατούσε η αντίληψη πώς η πολλή αγάπη και στοργή μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στο παιδί, καθώς γίνεται κακομαθημένο, χειριστικό κτλ.

Κάτι τέτοιο φυσικά δεν ισχύει! Κανένας γονέας δεν έβλαψε το παιδί του από την πολλή αγάπη, την προσοχή και τη στοργή. Αντίθετα, αυτό που μπορεί να βλάψει ένα παιδί είναι η έλλειψη ορίων, η ασύδοτη ελευθερία και η αδιαφορία του γονέα. Επιπλέον, τα παιδιά γίνονται κακομαθημένα όταν αντί για αγάπη λαμβάνουν υλικά αγαθά, περισσότερο χρόνο στο tablet, στην τηλεόραση , ακριβά δώρα, αγαπημένες λιχουδιές και φαγητά σε υπέρμετρο βαθμό κτλ.

Ένα παιδί το οποίο ακούει από τον γονέα ότι το αγαπάει, ότι το στηρίζει, λαμβάνει τον έπαινο, την αναγνώριση, την φροντίδα, την προσοχή του γονέα, αισθάνεται σιγουριά, ασφάλεια και ως αποτέλεσμα γίνεται λιγότερο απαιτητικό, καθώς ικανοποιούνται οι συναισθηματικές του ανάγκες...

Η συναισθηματική σεξουαλική κακοποίηση είναι μια σχετικά άγνωστη αλλά πολύ συνηθισμένη μορφή κακοποίησης γονέα προς παιδί. Δεν περιλαμβάνει ασέλγεια ούτε σωματική βία. Σπάνια αναγνωρίζεται από τους δράστες, από τα θύματα ή από τον περίγυρο ως κακοποίηση. Απεναντίας, ο κόσμος συνηθίζει να τη βλέπει ως «υπερβολική αγάπη» ή ότι «του/της έχει μεγάλη αδυναμία».

Οι συνέπειές της όμως είναι πολλές φορές εξίσου σοβαρές με αυτές της ασέλγειας, ενώ η βαθιά άρνηση που την περιβάλλει, προκαλεί μεγάλη σύγχυση στο άτομο-παιδί, το κάνει να μην εμπιστεύεται την ίδια του την πραγματικότητα.

Συναισθηματική (ή «κεκαλυμμένη») σεξουαλική κακοποίηση έχουμε όταν ο γονιός χρησιμοποιεί το παιδί ως συναισθηματικό σύντροφο. Ο γονιός δεν είναι εκεί για να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού, αλλά το αντίστροφο. Ο γονιός δεν καλύπτεται συναισθηματικά από τη σχέση του με τον σύντροφό του (είτε γιατί αυτός δεν υπάρχει είτε γιατί είναι συναισθηματικά απών είτε λόγω άλλων προβλημάτων) και για να γεμίσει τη δική του μοναξιά δίνει στο παιδί (συνήθως του αντίθετου φύλου) τον ξεχωριστό ρόλο του έμπιστου συντρόφου.

Υποκατάστατο σχέσης

Έτσι, για παράδειγμα: Η μοναχική μητέρα μιλά συνέχεια στον γιο της για τα δικά της προβλήματα, για τη μοναξιά της, ακόμη και για την έλλειψη ερωτικής ικανοποίησης στη ζωή της.

Ο πατέρας κάνει την κόρη του «μικρή πριγκίπισσα» και εκείνη τον συνοδεύει παντού, σχεδόν ως παρτενέρ.

Η μητέρα κοιμάται μαζί με τον γιο της (ακόμη και σε ηλικία 7, 9 ή 11 ετών) με τη δικαιολογία ότι το παιδί φοβάται να κοιμηθεί μόνο του (ενώ στην πραγματικότητα εκείνη χρειάζεται ένα ζεστό σώμα δίπλα της)...

Σελίδα 1 από 11