Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον και αναζητά την παρέα άλλων ατόμων και την συναναστροφή. Από πολύ μικρή ηλικία οι φίλοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση του παιδιού. Η φιλία έχει διάφορα αναπτυξιακά στάδια των οποίων το περιεχόμενο μεταβάλλεται.

Στα πρώτα στάδια, δηλαδή στην προσχολική ηλικία το παιδί διακατέχεται ακόμα από έντονα σημάδια εγωκεντρισμού με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μπει στην θέση του άλλου και να εστιάσει στα συναισθήματα και τις ανάγκες του φίλου του. Μεγαλώνοντας οι φιλίες γίνονται πιο ομαδικές και παρεϊστικες με στοιχεία αμοιβαιότητας αλλά και εκτίμηση μεταξύ των φίλων. Η αλληλοβοήθεια και η στήριξη γίνονται κριτήρια φιλίας στην προεφηβεία και η εμπιστοσύνη θεωρείται μια αξία ή οποία θα καθορίσει εάν η φιλία θα αντέξει στον χρόνο ή θα είναι περιστασιακή. Μέσα από αυτή την εξέλιξη τα παιδιά έρχονται σε σύγκρουση με τους φίλους, δοκιμάζουν και δοκιμάζονται μέχρι να βρουν τις ισορροπίες του και το πώς λειτουργεί καλύτερα αυτή η σχέση.  Οι φίλοι οι οποίοι διατηρούν αυτή τη σχέση μέσα στο χρόνο μοιράζονται ίδιες αξίες στάσεις και προσδοκίες.

Παρόλα αυτά δεν λείπουν τα στάδια εκείνα της μονόπλευρης φιλίας. Σύμφωνα με έρευνες όλα τα παιδιά έχουν βιώσει τουλάχιστον μια φορά μια μονόπλευρη φιλία κατά την οποία είτε απέρριψαν είτε απορρίφτηκαν από τον φίλο τους. Αυτό μπορεί να έχει τέτοιο κόστος στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού ώστε να του δημιουργήσει πρόβλημα στις μετέπειτα φιλικές επαφές του και στη προσαρμογή του στα κοινωνικά σύνολά.

Η θέση του παιδιού μέσα στην ομάδα/παρέα παίζει καθοριστικό ρόλο στο αίσθημα αποδοχής και κατ’ επέκταση στην αυτοεκτίμηση και στην κοινωνική αυτοπεποίθηση του παιδιού . Τα παιδιά τα οποία προσαρμόζονται πιο εύκολα, είναι περισσότερο αποδεκτά από την παρέα και δημοφιλή, ενώ αντίθετα τα συνεσταλμένα και εσωστρεφή ή όχι ιδιαίτερα κοινωνικά παιδιά συχνά απορρίπτονται ή αγνοούνται. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν υψηλότερο βαθμό μοναξιάς, ανησυχούν περισσότερο για τις σχέσεις του με συνομηλίκους, και έχουν την τάση να αποδίδουν τα προβλήματα του στους τρίτους.

Τα διάφορα υποκοριστικά τα οποία για κάποια παιδιά φαίνονται διασκεδαστικά, είναι ένας άλλος παράγοντας ο οποίος μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην θέση του παιδιού μέσα στην παρέα. Οι χαρακτηρισμοί «γυαλάκιας», «χοντρός», «σπυριάρης» κτλ στιγματίζουν και ετικετοποιούν το παιδί, βάζοντας το σε δυσχερή θέση και δυσκολεύοντας έτσι τη αποδοχή του από την υπόλοιπη παρέα. Μέσα από τα υποκοριστικά , τα οποία προσδίδουν στοιχεία για το παιδί που το φέρει, τα παιδιά δηλώνουν το κατά πόσο σέβονται και αποδέχονται το κάθε παιδί. Τα περισσότερο αποδεκτά παιδιά συνήθως έχουν ευνοϊκά για αυτά υποκοριστικά π.χ. ο αρχηγός ή ο άσσος. Τα δε παιδιά τα οποία δεν φέρουν κανένα υποκοριστικό είναι αυτά τα οποία είναι αδιάφορα προς την παρέα ή δεν τα θεωρούν αρκετά σημαντικά ώστε να ασχοληθούν μαζί τους. Πολλά παιδιά υποστηρίζουν πως είναι καλύτερο να φέρεις ένα αρνητικό υποκοριστικό απ΄το να μην φέρεις καθόλου, κάτι το οποίο σε απομονώνει από την παρέα και κάνει τους άλλους να σε αγνοούν.

Σαν γονείς είναι πολύ σημαντικό να παρακολουθούμε τις δυναμικές στις φιλίες του παιδιού μας και να εστιάζουμε στον ρόλο του μέσα στις φιλίες του, καθώς εύκολά μπορεί να επηρεάσει το παιδί μας και την ψυχολογία του αρνητικά. 

Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

Οι μέρες του Πάσχα κάνουν αρκετά έντονη την έννοια του θανάτου, της σταύρωσης και της ανάστασης στο μυαλό των παιδιών με αποτέλεσμα να τους γεννούν ερωτήσεις σχετικά με τις παραπάνω έννοιες. Πως μπορούμε να μιλήσουμε στο παιδί μας για τον θάνατο χωρίς να τρομάξει και δίχως να του γεννηθούν φόβοι; Το θέμα του θανάτου φυσικά μπορεί να έρθει στην επιφάνεια με αφορμή τον θάνατο κάποιου συγγενικού ή φιλικού προσώπου. Ερωτήσεις όπως «μαμά, τώρα που πέθανε η γιαγιά που πήγε;» ή «μαμά, θα πεθάνεις κι εσύ;» είναι πολύ συχνές και φέρνουν σε δύσκολη θέση τον γονέα ο οποίος δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί την κατάσταση.

Πολλοί γονείς αποφεύγουν να δώσουν εξηγήσεις στο παιδί θεωρώντας έτσι πως θα το προστατέψουν με αυτό τον τρόπο από την στεναχώρια ή το κόστος της απώλειας. Στην πραγματικότητα όμως αυτό λειτουργεί αντίθετα. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να είμαστε ειλικρινείς με το παιδί μας. Η απόκρυψη της αλήθειας ή οι ασαφείς πληροφορίες μπερδεύουν το παιδί και του προκαλούν αναστάτωση. Τα παιδιά έχουν αυξημένη αντίληψη  και καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Μπορούν να διαβάσουν το πένθος και την θλίψη στο πρόσωπο και την διάθεση του γονέα. Δεν θα πρέπει να τους περνάμε συγκεχυμένα μηνύματα, π.χ. «Ο παππούς είναι στον παράδεισο, σε ένα ωραίο μέρος όπου δεν υποφέρει πια» ενώ υπάρχει θρήνος και κλάματα, κάτι που προκαλεί διφορούμενα μηνύματα στο παιδί.

Η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με βάση το ηλικιακό στάδιο του παιδιού, έτσι ώστε να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει και του τι σημαίνει θάνατος. Πρέπει να του δώσουμε να καταλάβει πως είναι μια τελεσίδική κατάσταση και πως ο θάνατος και η απώλεια του αγαπημένου μας προσώπου είναι οριστική, θα πάψει να ζει και να τον βλέπουμε. Αυτό λοιπόν που είναι σημαντικό να ακούσει ένα παιδί είναι πως ο άνθρωπος που πεθαίνει δεν θα είναι μαζί μας και δεν θα επιστρέψει.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρες όπως «πέθανε» και όχι ασαφείς έννοιες του τύπου «χάθηκε» ή «έφυγε». Σημαντικό είναι να αποφύγουμε επεξηγήσεις ιατρικού περιεχομένου οι οποίες μπορεί να μπερδέψουν το παιδί και να το φοβίσουν π.χ. η έκφραση «κουράστηκε η καρδιά του» μπορεί να προκαλέσει διάφορες σκέψεις στο παιδί, και από φόβο να σταματήσει να τρέχει για να μην λαχανιάσει και κουραστεί η καρδιά του...

 

Το να είσαι γονιός είναι "σκληρή" δουλειά.Θέλει καθημερινή προσπάθεια για να μπορέσεις να : κρατήσεις σωστή επαφή με το παιδί, να το διαπαιδαγωγήσεις σωστά, να αναπτύξεις την κρίση του, να διαμορφώσεις τον χαρακτήρα του και παράλληλα να διατηρήσεις ο ίδιος σε καλό επίπεδο την λειτουργικότητά σου ως άτομο τόσο έργασιακά όσο και προσωπικά.Κι όλα αυτά καλείσαι να τα κάνεις ταυτόχρονα. Για να γίνουμε γονείς δεν εκπαιδευόμαστε....

 

Μαθαίνουμε στα παιδιά μας να μην λένε ψέματα, τους διδάσκουμε και ηθικολογούμε πως είναι λάθος και πως δεν πρέπει να το κάνουν. Παρόλα αυτά πρώτοι εμείς καθημερινά λέμε ψέματα, μικρά ή μεγάλα, τις περισσότερες φορές τα γνωστά λευκά ψέματα. Τα περισσότερα όμως ψέματα που λέμε έχει φανεί από μελέτες πως τα λέμε στα ίδια μας τα παιδιά.

Σε μια νέα έρευνα που έγινε στο εξωτερικό φάνηκε πως η πλειοψηφία των γονέων λένε ψέματα στα παιδιά τους κυρίως για να ελέγξουν την συμπεριφορά τους. Στην συγκεκριμένη έρευνα πήραν μέρος 114 γονείς από την Αμερική και 85 από την Κίνα, στους οποίους δόθηκε μια λίστα με 16 κοινά ψέματα σε 4 κατηγορίες. Οι κατηγορίες αυτές εμπεριείχαν ψέματα τα οποία λέμε συνήθως για να επηρεάσουμε τις διατροφικές συνήθειες και συμπεριφορές του παιδιού, π.χ.  πρέπει να φας όλο το φαγητό σου για να μην σε κυνηγάν τα σκυλιά, ψέματα που στόχο έχουν να κάνουν το παιδί να κάτσει ήσυχό ή να ακολουθήσει τον γονέα π.χ. αν δεν έρθεις τώρα μαζί μου θα σε αφήσω εδώ, ψέματα που στόχο έχουν να ελέγξουν την προβληματική συμπεριφορά του παιδιού, π.χ. αν δεν συμμορφωθείς θα καλέσω την αστυνομία και τέλος ψέματα που σχετίζονται με τα χρήματα και τις αγορές π.χ. η μαμά δεν πήρε μαζί της χρήματα, θα στο πάρω μια άλλη φορά.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 84% των Αμερικάνων και το 98% των Κινέζων γονέων παραδέχτηκαν πως έχουν χρησιμοποιήσει τουλάχιστον ένα από τα 16 ψέματα ώστε να ελέγξουν την συμπεριφορά των παιδιών τους. Η πλειοψηφία δε δήλωσε πως έχει πει ψέματα που αφορούν 3 από τις 4 κατηγορίες με σκοπό να κάνουν το παιδί τους να συμπεριφερθεί πιο όμορφα και σωστά. Το μεγαλύτερο σε συχνότητα ψέμα που λένε οι γονείς φάνηκε να είναι η απειλή « θα σε αφήσω μονό/η και θα φύγω/ δεν θα σε πάρω μαζί μου» -το οποίο συγκαταλέγεται στην ψυχολογική βία και συναισθηματικής μορφής κακοποίηση, καθώς αφορά το κομμάτι της εγκατάλειψης και καλλιεργεί στο παιδί αυτόν τον φόβο. Οι περισσότεροι γονείς δήλωσαν πως προκαλώντας αυτό το άγχος στο παιδί το κάνουν να συμπεριφέρεται όπως πρέπει και να μην είναι ατίθασο.

Άλλα ψέματα τα οποία είναι πολύ κοινά είναι αυτά που σχετίζονται με φανταστικούς χαρακτήρες π.χ. νεράιδες των δοντιών, νεράιδες της νύχτας κτλ, με σκοπό να κάνουν το παιδί να αισθανθεί καλύτερα και να εμπλακεί ευχάριστα σε κάποιες δραστηριότητες. Πόσο λειτουργικό είναι λοιπόν το να λέμε ψέματα στα παιδιά μας και πόσο κακό μπορεί να προκαλέσει το κάθε ψέμα μας στο παιδί και στην σχέση μας μαζί του; Αυτοί είναι κάποιοι παράγοντες τους οποίους θα πρέπει να αναλογιστούμε καλά προτού επιλέξουμε να του πούμε κάποιο ψέμα.

Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

Όλοι θυμόμαστε τα παιδικά πάρτι κυρίως αυτά των δικών μας γενεθλίων. Είναι μια ευχάριστη ανάμνηση που όλοι αναπολούν θετικά. Γιατί όμως;; Είναι η τούρτα; Τα δώρα; Τι είναι αυτό που κάνει τα γενέθλια πάρτι τόσο σημαντικά για τα παιδιά;
Τα παιδιά περιμένουν πως κα πως να έρθουν τα γενέθλια τους. Περιμένουν ανυπόμονα και τα υποδέχονται με μεγάλο ενθουσιασμό. Το πάρτι είναι σημαντικό γεγονός και γι’ αυτό η οργάνωση του γίνεται μέρες νωρίτερα. Το παιδί επιλέγει ποιους φίλους θα καλέσει, τι θέμα θα έχει η τούρτα του, πως θα στολίσει τον χώρο κτλ. Ιδιαίτερη προσμονή και ενθουσιασμό έχει και για τα δώρα που θα λάβει!
Το πάρτι δεν είναι απλά ένα γεγονός με χρώματα, κορδέλες, καπελάκια και κεράκια. Είναι κάτι πολύ περισσότερο για το παιδί. Ο εορτασμός των γενεθλίων του υποδηλώνει την σημαντικότητα του παιδιού στην οικογένεια και στο φιλικό περιβάλλον. Γιορτάζουμε τον ερχομό του παιδιού στον κόσμο κάτι που κάνει τα παιδιά ιδιαίτερα ευτυχισμένα καθώς το γεγονός αυτό συμβάλει στην θετική αυτοεικόνα του παιδιού, το χτίσιμο της αυτοεκτίμησης του, το οποίο στην παιδική ηλικία καθορίζεται κυρίως από την αποδοχή, την αγάπη και την εκτίμηση που λαμβάνει από τους γύρω. Ο εορτασμός των γενεθλίων έρχεται να εμπλουτίσει την ζωή του παιδιού με θετικές αναμνήσεις και εικόνες, θετικά στοιχεία για τον εαυτό του και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να τα παραμελούμε ή να αγνοούμε αυτό το σημαντικό γεγονός.... 

 

Ακούμε πολλές φορές γονείς να λένε ότι έχουν πεισματάρικο παιδί…απαιτητικό...δύσκολο παιδί…¨ ήταν έτσι από τότε που γεννήθηκε¨ ή ¨είναι στον χαρακτήρα του...¨ Είναι όμως έτσι; Τι πραγματικά συμβαίνει με το πείσμα των παιδιών, τι κρύβεται από πίσω και πως μπορούμε να χειριστούμε ένα πεισματάρικο παιδί;
Τα παιδιά είναι ο καθρέπτης των γονέων έλεγαν παλαιότερα. Η συμπεριφορά του παιδιού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την συμπεριφορά του γονέα και τις αντιδράσεις του. Στην κάθε αρνητική συμπεριφορά του παιδιού θα πρέπει ο γονέας να αναζητήσει το δικό του μερίδιο ευθύνης, το δικό του σφάλμα, τις δικές του αδυναμίες. Η συμπεριφορά του παιδιού είναι απόρροια της ανατροφής του, της ανατροφής που έχει λάβει από τους γονείς του, και η ανατροφή δεν είναι μονόπλευρη διαδικασία ούτε είναι εύκολη. Μέσα από τις δυσκολίες και της διάδραση της σχέσης παιδιού γονέα, έρχεται η εξέλιξη, η ανάπτυξη και η βελτίωση. Δεν μαθαίνει μόνο το παιδί αλλά και ο γονέας. Επιπλέον, του δίνεται η ευκαιρία να αναγνωρίσει και να υπερνικήσει τις αδυναμίες και τις ελλείψεις του.
Σύμφωνα με τους αναπτυξιολόγους, το παιδικό πείσμα είναι μέρος της ανάπτυξης του παιδιού και συναντάται κυρίως κατά το τρίτο με τέταρτο έτος της ηλικίας του. Σε αυτή την φάση το παιδί δοκιμάζει τα όρια του, τα όρια του γονέα, την αυτονομία του, διερευνά το ‘εγώ’ του. Τι γίνεται όμως όταν το πείσμα παραμένει και εντείνεται; Πότε γίνεται ελαττωματική αυτή η συμπεριφορά; Πίσω από το πείσμα του παιδιού κρύβεται μια προβληματική και δυσλειτουργική κατάσταση. Το πείσμα κρύβει αβεβαιότητα, αδυναμία και πολλές φορές φόβο. Αυταρχικοί και απαιτητικοί γονείς οι οποίοι προσπαθούν να επιβληθούν στο παιδί τους με φωνές και θυμό έρχονται πιο συχνά αντιμέτωποι με τέτοιες συμπεριφορές καθώς ξεσπά ένας αγώνας ανάμεσα στο παιδί και στον γονέα. Το πείσμα του παιδιού είναι η άμυνα του, είναι το ¨όπλο¨ του όταν αισθάνεται ότι απειλείται. Πολλές φορές παίρνει και μορφή εκδίκησης. Έτσι το μεσημεριανό γεύμα γίνεται αγώνας, το ντύσιμο, το διάβασμα ή το μάζεμα των παιχνιδιών καταλήγει σε φασαριά. Φασαρία σε καθημερινή βάση με αποτέλεσμα ο γονέας να μην έχει άλλες αντοχές και το παιδί να μην θέλει να συνεργαστεί.
Αυτό που πρέπει να κάνει ο κάθε γονέας είναι να δει με ψυχραιμία το δικό του σφάλμα. Μήπως έχει πληγώσει τον αυτοσεβασμό και την αυτοεκτίμηση του παιδιού του; Μήπως το παιδί αισθάνεται παραμελημένο; Μήπως αισθάνεται ότι δεν ακούγεται; Μήπως έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στους γονείς; Πολλές φορές οι γονείς πέφτουν σε τέτοια σφάλματα εν αγνοία τους, όχι ηθελημένα. Η κατανόηση και η καλή επικοινωνία με το παιδί αφοπλίζει τέτοιες πεισματικές συμπεριφορές. Είναι σημαντικό ο γονέας να συζητάει με το παιδί. Να κατεβαίνει στο ύψος του, να του δείχνει κατανόηση λέγοντας π.χ. «καταλαβαίνω ότι αισθάνεσαι θυμωμένος...». Είναι προτιμότερο να πούμε «Έλα να κάνουμε το τάδε..» παρά να δώσουμε εντολή «κάνε αυτό!». Με παρότρυνση και προτροπή θα δούμε ότι και το παιδί θα είναι πιο συνεργάσιμο. Βασικό κομμάτι είναι να διδάξουμε στο παιδί πως οι συμπεριφορές του έχουν συνέπειες και αντίκτυπο, όπως όλων μας. Έτσι θα αυξηθεί και η υπευθυνότητα του. Αντί να φωνάζουμε, εκφράζουμε με ηρεμία το συναίσθημα μας και δείχνουμε την απογοήτευση μας όταν η συμπεριφορά του π.χ. ¨αυτό που έκανες δεν μου άρεσε, δεν ήταν ωραία συμπεριφορά, είμαι απογοητευμένη κτλ¨. Επίσης, δεν χαρακτηρίζουμε το παιδί αλλά πάντα την πράξη και την συμπεριφορά του. Του δίνουμε εναλλακτική και του εξηγούμε ήρεμα για ποιο λόγο ή συμπεριφορά του δεν είναι αποδεκτή. Το «θα κάνεις έτσι επειδή το λέω εγώ» ή « διότι έτσι πρέπει να γίνει!» δεν φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τέλος δώστε του την ευκαιρία να σας μιλήσει, να σας εξηγήσει γιατί φέρεται έτσι. Με αυτό τον τρόπο το παιδί αισθάνεται ότι μπορεί να εισακουστεί και ότι ο γονέας λαμβάνει την γνώμη του παιδιού υπόψην.

Μαρία Κατσαούνη- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

Τελευταιά όλο και συχνότερα ακούμε στις ειδήσεις για έντονες πράξεις εκδήλωσης βίας απο παιδιά , συχνά προς άλλα παιδιά ή και μαζεμένο πλήθος ενηλίκων, και μάλιστα σε ακραίο βαθμό που φτάνει τον μαζικό πυροβολισμό.Τί είναι ουσιαστικά η εκδήλωση μιας βίαιης συμπεριφοράς απο έναν ανήλικο; και γιατί το φαινόμενο συνεχώς αυξάνεται;
Η εκδήλωση βίας είναι ουσιαστικά η εκδήλωση έντονου συναισθήματος με λάθος τρόπο.Οι έρευνες έχουν δείξει ότι η επιθετική συμπεριφορά "μαθαίνεται" απο πολύ νωρίς στο παιδί συχνά μέσα απο πολλές διόδους με κυρίαρχη την οικογενειακή συμπεριφορά, είτε με άμεση βία προς το παιδί είτε με έμμεση μέσω σκηνών βίας στα οποία είναι παρών (πχ κακοποίηση μητέρας απο τον πατέρα), αλλά και με εξωτερικά ερεθίσματα όπως τα computer games και η τηλεόραση.
Για αυτό και οι γονείς παίζουν πρωταρχικό ρόλο στην μείωση της βίας στο παιδί και είναι αυτοί που πρωταρχικά μπορούν και πρέπει να του δείξουν ότι μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του χωρίς χρήση επιθετικής συμπεριφοράς.Για να το κάνουν αυτό θα πρέπει να κατανοήσουν αρχικά οτι κάθε παιδί έχει μέγιστη ανάγκη : ασφαλούς περιβάλλοντος σπιτιού και ισχυρού δεσμού αγάπης με τους γονείς , ώστε να αναπτύξουν καταρχήν ένα αίσθημα εμπιστοσύνης δυνατό. Αυτό που θα σηματοδοτήσει αυτό το αίσθημα αγάπης κι εμπιστοσύνης είναι η συνεπής προσοχή και φροντίδα για το παιδί.Κι όταν λέμε συνεπής δεν εννοούμε την ενασχόληση όλη την ώρα αλλά την αποκλειστική ενασχόληση όταν αυτό γίνεται.Στις εκτός σπιτιού δραστηριότητες επιβάλλεται η εποπτεία αλλά όχι η "κρυφή παρακολούθηση". Αν αναπτυχθεί η εμπιστοσύνη η ανάγκη της εποπτείας συνεχώς θα μειώνεται.
Τα παιδιά μαθαίνουν απο το παράδειγμα...

 

Το ιδιαίτερα ανησυχητικό αυτό φαινόμενο φαίνεται να έχει αυξανόμενους ρυθμούς ανά την Ευρώπη. Παιδιά κυρίως στην εφηβεία βάζουν τέλος στην ζωή τους όλο και πιο συχνά χωρίς δυστυχώς οι γονείς τους να έχουν την παραμικρή ιδέα πως κάτι τρέχει με το παιδί τους. Ένα ψυχικά υγιές παιδί δεν αποφασίζει ξαφνικά να βάλει τέλος στην ζωή του χωρίς λόγο.
Πολλά είναι τα περιστατικά εκείνα όπου το παιδί ή ο έφηβος έπασχε από κατάθλιψη όταν αποφάσισε να προβεί σε αυτή την πράξη. Αυτό όμως δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πολλά από τα παιδιά που τερμάτισαν την ζωή τους ήταν παιδιά δίχως ιστορικό καταθλιπτικής διαταραχής ή επεισοδίου, παιδιά τα οποία ήταν σε καλό λειτουργικό επίπεδο, φίλους κτλ. Τι μπορεί λοιπόν να οδήγησε τα παιδιά αυτά σε αυτή την πράξη;

 

Η λεκτική κακοποίηση είναι μια αρκετά παραμελημένη έννοια της παιδικής κακοποίησης καθώς η περισσότερη έμφαση δίνεται σε άλλες μορφές κακοποίησης όπως η σωματική, των οποίων τα αποτελέσματα είναι πιο εμφανή. Η λεκτική κακοποίηση αναφέρεται σε μια μορφή βίας η οποία έχει επιπτώσεις κυρίως στο συναισθηματικό κομμάτι του ψυχισμού του παιδιού.

Μορφές λεκτικής βίας θεωρούνται οι βρισιές, οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί του τύπου ¨Είσαι άχρηστος/χαζός¨ κτλ, οι φωνές, οι απειλές που είτε έχουν στόχο να τρομοκρατήσουν το παιδί π.χ. ¨θα σε πιάσω στα χέρια μου…¨, είτε να του δημιουργήσουν ενοχικά συναισθήματα π.χ. ¨θα με πεθάνεις¨, είτε ακόμα απειλές εγκατάλειψης που σκοπό έχουν να εκφοβίσουν το παιδί όπως ¨θα σε αφήσω και θα φύγω¨. Οι προσβολές και οι χαρακτηρισμοί με σκοπό την ταπείνωση του παιδιού είναι μια άλλη μορφή λεκτικής κακοποίησης από τις πολλές που υπάρχουν.

Οι επιπτώσεις στον ψυχισμό του παιδιού είναι μεγάλες. Κάποιες από αυτές είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η απόσυρση, η έλλειψη εμπιστοσύνης και κοινωνικών δεξιοτήτων, η επιθετικότητα και η παραβατική συμπεριφορά, και πολλά άλλα,  με κεντρικό άξονα σε όλα αυτά την έλλειψη ικανότητας να λάβουν και να εκφράσουν την αγάπη.Τα παιδιά τα οποία έχουν κακοποιηθεί λεκτικά κατ’ εξακολούθησην από τους γονείς τους , μεγαλώνοντας έχουν την τάση να υιοθετούν κι αυτά την ίδια μορφή συμπεριφοράς δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο στο φαινόμενο αυτό.

Τα παιδιά που δεν έχουν λάβει αγάπη μη γνωρίζοντας  πώς να διαχειριστούν κάτι τέτοιο, δυσκολεύονται και αυτά με την σειρά τους στο να εκφράσουν και αντίστοιχα να δώσουν αγάπη στα δικά τους παιδιά.Πολλές φορές το άγχος, το στρες και τα χαμηλά επίπεδα αντοχής των γονέων τους οδηγούν σε ξεσπάσματα θυμού προς το παιδί , τα οποία συμπεριλαμβάνουν διάφορες μορφές λεκτικής κακοποίησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις καλό είναι όταν ο γονέας αναγνωρίζει και αντιλαμβάνεται πως αντιμετωπίζει δυσκολίες, να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό, ο οποίος θα του δώσει την σωστή καθοδήγηση ώστε να αποφευχθούν τέτοιου είδους αρνητικές συμπεριφορές. Αντ’ αυτού θα υιοθετηθεί μια υγιή και ισορροπημένη στάση προς το παιδί, η οποία θα οδηγήσει σε μια καλή και λειτουργική σχέση παιδιού-γονέα.

Μαρία Κατσαούνη- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

Στην ελληνική κοινωνία ο παππούς και η γιαγιά ήταν ανέκαθεν αναπόσπαστο κομμάτι του οικογενειακού πλαισίου. Κατά το παρελθόν το σύνηθες φαινόμενο ήταν σε ένα σπίτι να διαμένουν τρεις γενιές. Συνεπώς ο ρόλος του παππού και της γιαγιάς στο μεγάλωμα του παιδιού ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Ακόμα όμως και στις μέρες μας όπου τα παιδιά απομακρύνονται από την οικογενειακή τους εστία για να δημιουργήσουν την δική τους οικογένεια, ο ρόλος των παππούδων είναι καίριος.
Πολλές γιαγιάδες φροντίζουν τα εγγόνια τους ώστε να μπορέσουν οι μητέρες να εργαστούν ή ακόμα και να πάρουν ένα διάλλειμα από τον εξοντωτικό ρόλο της μητρότητας και συνεχής φροντίδας των παιδιών. Πόσες παγίδες μπορεί να κρύβει αυτή η σχέση και πως μπορούν να κρατηθούν οι ισορροπίες;
Σίγουρα για τα παιδιά είναι μια σχέση αγάπης και στοργής, η οποία έχει θετικές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Τα παιδιά βλέπουν τους παππούδες σαν δεύτερη οικογένεια, σαν δεύτερους ¨γονείς¨ κατά μια έννοια. Τους παρέχουν ασφάλεια και προστασία κάτι καθοριστικό για την ψυχική τους ισορροπία όταν τα παιδιά καλούνται να βγουν από τον μικρόκοσμο και το πλαίσιο της οικογένειας και να εκτεθούν σε άλλες κοινωνικές ομάδες και σε άγνωστο ως τότε περιβάλλον όπως το σχολείο. Τα παιδιά πρέπει να περνάνε χρόνο με τους παππούδες και τις γιαγιάδες και να λαμβάνουν το ενδιαφέρον και την αγάπη τους.
Τα προβλήματα αρχίζουν όταν οι παππούδες έρχονται να αναμιχτούν και να παρέμβουν με τον δικό τους τρόπο στο μεγάλωμα του παιδιού και δεν υπάρχουν σαφή όρια. Ο ρόλος τους θα πρέπει να είναι καθαρά βοηθητικός και υποστηρικτικός. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να παίρνουν αυθαίρετα αποφάσεις για τον μεγάλωμα του παιδιού και να ακυρώνουν με αυτό τον τρόπο τον γονέα στα μάτια του παιδιού. Πολλοί παππούδες θεωρούν ότι οι γονείς δεν έχουν αρκετές γνώσεις ως προς το μεγάλωμα του παιδιού και έρχονται να παρέμβουν ακυρώνοντας έτσι τους γονείς. Ακόμα κι αν αυτό είναι αλήθεια οι παππούδες θα πρέπει να συζητάνε με τους γονείς προτού λειτουργήσουν με τον οποιοδήποτε τρόπο. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει οι παππούδες να κάνουν υποδείξεις ή ακόμα χειρότερα παρατηρήσεις στους γονείς κυρίως μπροστά στο παιδί. Όπως π.χ. « Έλα, μην το μαλώνεις το παιδί» ή  «αστό, δεν πειράζει» σε περιστάσεις που οι γονείς προσπαθούν να βάλουν όρια στο παιδί τους.
Υπεύθυνοι για το μεγάλωμα του παιδιού είναι οι γονείς. Έτσι λοιπόν οι παππούδες θα πρέπει να συμμορφωθούν στο πρόγραμμα των γονέων και να μην κάνουν τα δικά τους… Εάν οι γονείς θέλουν το παιδί τους να μην τρώει σοκολάτες, ή να πηγαίνει για ύπνο σε συγκεκριμένη ώρα, οι παππούδες θα πρέπει να μείνουν πιστοί σε αυτές τις οδηγίες και να μην πηγαίνουν κόντρα σαμποτάροντας έτσι τις προσπάθειες των γονέων για την ανατροφή του παιδιού, ακόμα κι αν αυτό γίνεται για την ικανοποίηση του. Οι παππούδες θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και να μην παραφέρονται από τα συναισθήματα τους και την υπερβολική αγάπη τους προς το εγγόνι.
Είναι σημαντικό το παιδί να βλέπει κοινή γραμμή από γονείς και παππούδες και να παίρνει ξεκάθαρα μηνύματα.  Να μην αισθάνεται ότι οι παππούδες αποδυναμώνουν το ρόλο του γονέα αλλά να τους είναι ξεκάθαρο πως οι γονείς έχουν το βασικό ρόλο. Επιπλέον, τα παιδιά είναι ιδιαίτερα εύστροφα και ακόμα και σε μικρή ηλικία μπορούν να εντοπίσουν τις αδυναμίες του παππού και της γιαγιάς και να τις εκμεταλλευτούν με τον γλυκό τους τρόπο. Κάτι τέτοιο μπορεί να φέρει δυσκολίες όταν θα κληθούν να οριοθετήσουν την συμπεριφορά του παιδιού.


Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)