Συχνά ακούω απο γονείς ότι τα παιδιά τους έχουν προβλήματα διαγωγής και δεν μπορούν να τα ελέγξουν, εννοώντας συχνά ως «προβλήματα διαγωγής» ότι δεν τρώνε κάποια φαγητά που οι ίδιοι θα θέλανε, ή ότι δεν πηγαίνουν τα παιδιά ακριβώς στην ώρα τους για ύπνο κλπ. Τα προβλήματα αυτά, είναι συνήθως προβλήματα προερχόμενα από την ελλειμματική ή την λανθασμένη επικοινωνία που ανέπτυξαν οι γονείς με το παιδί, δημιουργώντας του έτσι την νοοτροπία ότι ένα πράγμα μπορεί να γίνει με τρόπο Α ή περίπου με αυτόν και είναι το ίδιο.

Τα προβλήματα διαγωγής με τον επιστημονικό τουλάχιστον όρο είναι συνήθως πολύ σοβαρότερη συμπεριφορά που δυστυχώς πολλές φορές είναι και πρόδρομος μελλοντικής παραβατικής ή πολύ προβληματικής συμπεριφοράς....

 

Τα βιντεοπαιχνίδια έχουν πλέον αντικατασταθεί από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τα διαδικτυακά παιχνίδια τα οποία ο χρήστης παίζει online μόνος του ή συνδεδεμένος στο πλαίσιο μιας ομάδας. Σε οποιαδήποτε συσκευή και αν παίζονται (pc games, play station, online κτλ) οι επιπτώσεις ενός βίαιού παιχνιδιού είναι οι ίδιες. Ανησυχητικό είναι ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός παιδιών και εφήβων που παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια, η αυξανόμενη διάρκεια ωρών που τα άτομα αυτά περνούν χρόνο μπροστά στον υπολογιστή παίζοντας και φυσικά τα κρούσματα διαδικτυακού εθισμού τα οποία παρατηρούνται. Επιπλέον, στις μέρες μας όλο και νεαρότερης ηλικίας παιδιά ασχολούνται με τα παιχνίδια αυτά.

Τα περισσότερα από αυτά τα ηλεκτρονικά παιχνίδια αφορούν και εμπεριέχουν βίαιο υλικό σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Οι πρωταγωνιστές συνήθως είναι φανταστικά πρόσωπα, ιστορικά ή προσωποποιημένα πλάσματα. Το παιδί ή έφηβος καλείται να «νικήσει» τους εχθρούς ώστε να περάσει στο επόμενο επίπεδο, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του ήρωα. Ο παίκτης χρησιμοποιεί βία για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του. Αυτή η βία συνήθως ταυτίζεται με το φόνο του αντιπάλου. Η βία σε αυτά τα παιχνίδια είναι κάτι αυτονόητο και θεμιτό στο πλαίσιο του παιχνιδιού, είναι ανώδυνη και αυτή η υπερπροβολή στην βία κάνει τον παίκτη αδιάφορο προς αυτή. Δεν του δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Εξ’άλλου αυτός είναι ο σκοπός του παιχνιδιού...

 

Οι μετακομίσεις μιας οικογένειας σε άλλη περιοχή, λόγω αλλαγής κατοικίας, αποτελούν παράγοντα αυξημένου κινδύνου για την ψυχική υγεία των παιδιών, ιδίως των εφήβων, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον ψυχίατρο Τζέφρεϊ Μίλεγκαν του Ιατρικού Κέντρου του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στην Καλιφόρνια ,ανέλυσαν ιατρικά αρχεία άνω του μισού εκατομμυρίου παιδιών ηλικίας έξι έως 17 ετών, διαπιστώνοντας ότι οι πιθανότητες ένα παιδί να προσφύγει σε γιατρό λόγω ψυχολογικών προβλημάτων είναι έως 20% μεγαλύτερη μετά από μία οικογενειακή μετακόμιση, κάτι που συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις που οι γονείς είναι στρατιωτικοί (συχνές μετακομίσεις).

Η ανάλυση έδειξε ότι το σοβαρότερο πρόβλημα...

 

Η εικόνα της κατάθλιψης στα παιδιά διαφέρει από αυτή των ενηλίκων. Τα συμπτώματα, ανάλογα με το ηλικιακό στάδιο εκδηλώνονται και με διαφορετικό τρόπο και συμπεριφορά.

Στην βρεφική ηλικία το μωρό εκδηλώνει σημάδια ατονίας, μειωμένη κινητικότητας και αισθητηριακή άρνηση. Το βρέφος δεν κοιτάει, δεν εξερευνεί τον χώρο, δεν μυρίζει, δεν ακούει, γενικά δεν δείχνει ενδιαφέρον προς το περιβάλλον. Κάνει επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες. Σε γενικές γραμμές διατηρεί μια στάση απόσυρσης, απάθειας και φτωχής επικοινωνίας με το περιβάλλον του αλλά και με τα άτομα γύρω του. Η αϋπνία και η ανορεξία είναι επίσης συμπτώματα καταθλιπτικής διάθεσης στα βρέφη. Ένα καταθλιπτικό επεισόδιο στα βρέφη, το οποίο προέρχεται από τον αποχωρισμό του από την μητέρα του, μπορεί να διαρκέσει λίγους μήνες εάν βρεθεί μητρικό υποκατάστατο μεταξύ του 3ου και 5ου μήνα. Εάν όχι η κατάσταση του βρέφους επιδεινώνεται και οδηγεί σε ψυχικό μαρασμό.

 

Το άγχος του αποχωρισμού εμφανίζεται κατά τον 7ο μήνα της ζωής του παιδιού και θεωρείται μια φυσιολογική εξέλιξη και στάδιο στην ανάπτυξη του. Αφορά τον φόβο της απώλειας της προστασία και της φροντίδας του παιδιού από ένα κύριο πρόσωπο το οποίο συνήθως είναι η μητέρα. Η συγκεκριμένη κατάσταση χαρακτηρίζεται ως διαταραχή όταν οι αντιδράσεις του παιδιού είναι υπερβολικές και οι φόβοι του μη ρεαλιστικοί.

Κατά την βρεφική ηλικία το βρέφος εκδηλώνει έντονη ανάγκη να βρίσκεται κοντά στην μητέρα του και δυσφορία όταν την αποχωρίζεται. Έχει ανάγκη από άμεση σωματική επαφή αλλά και βλεμματική, αναζητά το χαμόγελο της μαμάς και την αγκαλιά όταν αισθάνεται άβολα. Την παρακολουθεί και την ακολουθεί όταν αυτή κινείται στον χώρο και επιδιώκει να υπάρχει συνεχή οπτική επαφή μαζί της. Αυτό αργότερα περνά στο ευρύτερο οικογενειακό πλαίσιο, όπου η μαμά σταματά να είναι το μοναδικό πρόσωπο προσκόλλησης και η συμπεριφορά αυτή μεταφέρεται και σε άλλα πρόσωπα της οικογένειας ή ακόμα και του κοινωνικού περιβάλλοντος με τα οποία το βρέφος έχει συνάψει κοντινές σχέσεις. Οι αντιδράσεις του βρέφους γίνονται ακόμα πιο έντονες όταν η μητέρα φεύγει από το χώρο. Σε αυτήν την περίπτωση το βρέφος προσπαθεί να την ακολουθήσει εάν αυτό είναι εφικτό, ενώ όταν αυτό δεν γίνεται τότε αντιδράει με κλάματα, θυμό, πετώντας παιχνίδια ή κλωτσώντας την πόρτα. Μετά από κάποιο διάστημα εγκαταλείπει την προσπάθεια του και γίνεται πιο έντονο το αίσθημα της απελπισίας.

Στην παιδική ηλικία, δηλαδή από τον δεύτερο χρόνος του παιδιού και μετά, το άγχος του αποχωρισμού πυροδοτείται κυρίως από γεγονότα που βιώνει το παιδί όπως κάποια μεγάλη αλλαγή, απώλεια ή θάνατος. Τα παιδιά εκδηλώνουν φοβίες όπως ότι κάτι κακό θα συμβεί στους γονείς ή στα ίδια, αποφεύγουν να μένουν μόνα του, έχουν άρνηση στο να κοιμηθούν εκτός σπιτιού, βλέπουν εφιάλτες κι έχουν άρνηση να πάνε στο σχολείο. Γενικά εκδηλώνουν μη ρεαλιστικές ανησυχίες, τις οποίες πολλές φορές σωματοποιούν με πονοκεφάλους, πόνους στην κοιλιά κτλ. Σε περιπτώσεις οπου εμφανίζεται στο παιδί έντονο άγχος αποχωρισμού ο γονέας θα πρέπει να συμβουλευτεί έναν ψυχολόγο για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

Πρόκειται για την ηθελημένη άρνηση του παιδιού να μιλήσει σε άτομα εκτός σπιτιού. Ηλικιακά παρουσιάζεται μεταξύ 3ου και 8ου έτους της ηλικίας. Το παιδί μιλάει κανονικά στο σπίτι με τους γονείς και τα αδέρφια, αλλά αρνείται να μιλήσει σε άλλους ενήλικες ή σε ξένους. Γενικά επιλέγει σε ποιον θα μιλήσει! Συνήθως εκφράζεται με άλλους τρόπους κυρίως στο σχολείο, όπως π.χ. μέσω της ζωγραφικής ή της παντομίμας. Με τους συνομηλίκους του συνήθως επιλέγει να συνομιλεί κανονικά. Οι αλλαγές και τα τραυματικά γεγονότα μπορεί να πυροδοτήσουν την επιλεκτική αλαλία, ενώ δεν αποκλείεται και η προοδευτική εμφάνιση της, κυρίως με την έναρξη του σχολείου και την ένταξη του παιδιού στο νέο περιβάλλον.

Στις περιπτώσεις επιλεκτικής αλαλίας, οι νοητικές ικανότητες του παιδιού είναι φυσιολογικές ή και ανώτερες. Το παιδί δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κοινωνικές επαφές, είναι αποτραβηγμένο και όχι εξωστρεφές ή κοινωνικό. Συνήθως είναι παιδιά υπερπροστατευτικών μητέρων ή ψυχαναγκαστικών. Τα πρώτα χρόνια της ζωή του παιδιού μπορεί να υπήρξε κάποια καθυστέρηση του λόγου, όχι όμως κάποια βαριά διαταραχή.

Σύμφωνα με το DSM-IV τα διαγνωστικά κριτήρια αφορούν τα παρακάτω:


-Συνεχής αποτυχία του παιδιού να μιλήσει σε συγκεκριμένες κοινωνικές

καταστάσεις, στις οποίες υπάρχει η προσδοκία ομιλίας -π.χ. στο σχολείο- ενώ

μιλάει σε άλλες καταστάσεις.

-Επίδραση της διαταραχής στην εκπαιδευτική ή επαγγελματική επίδοση ή στην

επικοινωνία.

-Δεν εξηγείται στα πλαίσια άλλης διαταραχής στην επικοινωνία -π.χ. τραυλισμός-

και δεν οφείλεται σε έλλειψη γνώσης της ομιλουμένης γλώσσας.

-Δεν συμβαίνει κατά την πορεία διάχυτης αναπτυξιακής διαταραχής, σχιζοφρένειας

ή άλλης ψυχωτικής διαταραχής.

-Διάρκεια τουλάχιστον ενός μηνός, που δεν περιορίζεται στον πρώτο μήνα του

σχολείου.

 


Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

 

 Ένα κοινό πρόβλημα που λίγο πολύ όλοι οι γονείς αντιμετωπίζουν με τα παιδιά τους είναι αυτό της διατροφής. Πολλά παιδιά δεν είναι αυτό που λέμε ¨εύκολα¨ στο φαγητό. Ανά διαστήματα κάποια στιγμή στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού θα εκδηλωθεί  κάποια άρνηση στην πρόσληψη τροφής.  Αυτό σημαίνει ότι το παιδί δεν θα θέλει να τρώει συγκεκριμένες τροφές ή θα είναι επιλεκτικό ως προς την υφή της τροφής, την ποσότητα κτλ. Η άρνηση αυτή δεν θα πρέπει να ανησυχήσει τους γονείς καθώς είναι φυσιολογικό κομμάτι της ανάπτυξης του παιδιού. Τι μπορεί όμως να κάνει ο γονέας;

Το πρώτο που πρέπει να κάνει ο γονέας είναι να σιγουρευτεί ότι δεν πρόκειται για οργανικό πρόβλημα! Εάν το παιδί δείχνει σημάδια ότι πονάει ή ότι έχει πρόβλημα στην κατάποση, κάνει εμετούς, έχει απώλεια βάρους κτλ θα πρέπει να επισκεφτεί τον παιδίατρο, ο οποίος θα παραπέμψει το παιδί σε κάποια άλλη ειδικότητα ιατρού ανάλογα με το περιστατικό και εφόσον κάτι τι τέτοιο είναι απαραίτητο.

Από τη στιγμή που δεν υπάρχει οργανικό πρόβλημα τότε υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορεί να κάνει ο γονέας. Παρακάτω ακολουθούν κάποιες συμβουλές:

  • Κάντε τη διαδικασία του φαγητού ευχάριστη για το παιδί.......

 

Η μυϊκή δυστροφία είναι η πιο συνηθισμένη μυοπάθεια, και χαρακτηρίζεται από εκφυλισμό των μυϊκών ινών. Υπάρχουν διάφοροι τύποι οι οποίοι εκδηλώνονται μόνο σε ορισμένους μύες, μόνο στους άνδρες, στις γυναίκες ή και στα δύο φύλα αδιακρίτως. Οι πιο συνηθισμένοι τύποι είναι η κακοήθης μυϊκή δυστροφία τύπου Duchenne και η μυϊκή δυστροφία τύπου Becker.

Η κακοήθης μυϊκή δυστροφία τύπου Duchenne παρουσιάζεται μόνο στα αγόρια γιατί μεταδίδεται με τον υπολειπόμενο χαρακτήρα του φύλου. Εμφανίζεται μεταξύ 2 και 5 ετών ενώ τα πρώτα συμπτώματα είναι αδυναμία στην ανύψωση από κάτω και στο ανέβασμα της σκάλας. To βάδισμα είναι αδέξιο, το χαρακτηριστικό «νήσσειο» βάδισμα που συνοδεύεται κι από λόρδωση. Αρχικά προσβάλλει τα κάτω άκρα, αλλά βαθμιαία ανέρχεται προς τα άνω προσβάλλοντας και το υπόλοιπο σώμα. Σε ηλικία περίπου 10-12 ετών υπάρχει μεγάλη δυσκολία στο βάδισμα, γι’ αυτό χρειάζεται αναπηρικό καρότσι. Δυστυχώς μέχρι την ηλικία των 20 προσβάλλονται το μυοκάρδιο και οι αναπνευστικοί μύες.

Η μυϊκή δυστροφία τύπου Becker προσβάλλει κι αυτή τα αγόρια αλλά εκδηλώνεται αργότερα, προς το τέλος της εφηβείας και μέχρι 20 ετών. Τα συμπτώματα είναι παρόμοια με τη Duchenne αλλά σε μικρότερο βαθμό.

Η μυϊκή δυστροφία είναι κληρονομική. Σήμερα, μέσω της εξέτασης του DNA είναι δυνατή η άμεση και έγκαιρη διάγνωση και ως ένα βαθμό πρόληψή της. Θεραπεία ακόμη δεν υπάρχει η οποία να οδηγεί στην ίαση. Όμως με συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή και παρακολούθηση από εξειδικευμένη ομάδα διαφόρων ειδικοτήτων (νευρολόγοι, φυσιοθεραπευτές, ψυχολόγοι κ.α.) είναι εφικτή η επιβράδυνση της εξέλιξης της ασθένειας και η βελτίωση της ποιότητας ζωής του παιδιού.

Τα παιδιά με μυϊκή δυστροφία αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες σε όλους τους τομείς της ανάπτυξής τους. Η σχολική εργασία απαιτεί μεγάλη προσπάθεια από μέρους τους και, επιπλέον, κουράζονται γρήγορα. Η κινητικότητα είναι από περιορισμένη έως τελείως αδύνατη ενώ για τις καθημερινές λειτουργίες τους έχουν ανάγκη συνεχούς στήριξης και βοήθειας. Στήριξη όμως χρήζουν οι γονείς και τα υπόλοιπα οικογενειακά μέλη, ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν τις επιπτώσεις που επιφέρει η κατάσταση αυτή.

Κατσαούνη Μαρία-Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

Η εισαγωγή του παιδιού στο περιβάλλον του αθλητισμού αποτελεί μια διαδικασία «παράξενη» για τα περισσότερα παιδιά, όσο τους κοστίζει συναισθηματικά, κυρίως, ο αποχωρισμός από τους γονείς. Το αθλητικό πλαίσιο, για πολλά παιδιά αποτελεί το πρώτο περιβάλλον κοινωνικής ένταξης, μετά την οικογένεια. Εκεί θα γνωρίσουν διαφορετικούς ανθρώπους, θα αλληλεπιδράσουν με άγνωστους προπονητές, θα κάνουν φίλους, με τη βοήθεια των οποίων θα αρχίσουν σταδιακά να δομούν βασικές έννοιες, όπως την αποδοχή και την αυτοεκτίμηση. Ο προπονητής των παιδιών, ο οποίος έχει αναλάβει το ρόλο να εισάγει τα παιδιά στο αθλητικό περιβάλλον, έχει μια παραπάνω ευθύνη, καθώς καλείται σε αρκετές περιπτώσεις να «μιμηθεί» συμπεριφορές των γονέων, να επιδείξει δεκτικότητα και ευχάριστη διάθεση, ώστε να δώσει στον νεαρό αθλητή την αίσθηση του ευχάριστου περιβάλλοντος, αναφερόμενος στο πλαίσιο του αθλητισμού...

 

Όλο και πιο συχνά στις μέρες μας ακούμε για την διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας ή αλλιώς ΔΕΠ-Υ. Αφορά παιδιά με μειωμένη προσοχή, αυξημένη παρορμητική συμπεριφορά και αυξημένη κινητικότητα. Συναντάται κυρίως στα αγόρια. Βασικό χαρακτηριστικό είναι η εύκολη διάσπαση προσοχής, όπου το παιδί δεν μπορεί να μείνει συγκεντρωμένο σε μια δραστηριότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα και η προσοχή του διασπάται εύκολα από άλλα ερεθίσματα. Κάνει λάθη απροσεξίας, φαίνεται σαν να είναι αφηρημένο και να μην ακούει όταν του απευθύνουν το λόγο, δυσκολεύεται να ολοκληρώσει κάποια δραστηριότητα και είναι ξεχασιάρικο. Όταν το παιδί παρουσιάζει και  υπερκινητικότητα τότε δυσκολεύεται να παραμείνει σταθερό σε μια θέση ή να κάτσει ήσυχα. Είναι υπερβολικά ανήσυχο και φαίνεται να έχει εκνευρισμό, ο οποίος δεν προέρχεται από άλλα αίτια όπως άγχος ή κατάθλιψη. Το παιδί με ΔΕΠ-Υ έχει την τάση να φλυαρεί και να κινείται συνεχώς ακόμα και χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος να το κάνει π.χ. στριφογυρίζει στην θέση του, χτυπάει τα χέρια και τα πόδια του. Η διάγνωση δίνεται στο παιδί μετά την ηλικία των 5 καθώς μέχρι τότε λίγο πολύ όλα τα παιδάκια και κυρίως τα αγοράκια είναι υπερδραστήρια.

Η ΔΕΠ-Υ και κυρίως το στοιχείο της διάσπασης προσοχής, έχει ...