Ένα από τα στοιχεία που καθορίζουν την προσαρμογή ή όχι του ατόμου στο εκάστοτε περιβάλλον και ταυτόχρονα ορίζει την αντίδρασή του ως «αντίδραση άγχους», αποτελεί η αίσθηση της υποστήριξης, την οποία το άτομο θεωρεί ότι μπορεί να έχει. Η παροχή υποστήριξης αναφέρεται στη διαδικασία όπου το παιδί, από μικρή ηλικία, δραστηριοποιείται και προσπαθεί σε διάφορες καταστάσεις έχοντας την αίσθηση ότι, αν κάτι δεν πάει καλά, τότε μπορεί να «αναζητήσει» βοήθεια στο περιβάλλον του. Η ύπαρξη υποστήριξης δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να αισθάνεται ασφαλές, ενώ ταυτόχρονα βιώνει και την αίσθηση της ικανότητας και της προσωπικής επάρκειας, μέσα από τη δυνατότητα να επιλέγει και να πραγματοποιεί τις επιλογές του.

Είναι αρκετές οι φορές, ωστόσο, όπου η υποστήριξη σε μια δραστηριότητα τείνει να γίνει «εκτέλεση από τους άλλους». Οι γονείς των νεαρών παιδιών, θέλοντας να βοηθήσουν όσο περισσότερο μπορούν, θέλοντας να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον και την αγάπη προς τα παιδιά, θέλοντας να εκφράσουν την αδιάλειπτη παρουσία τους προς τα παιδιά, πραγματοποιούν οι ίδιοι εν τέλει τη δραστηριότητα. Είναι από τις καταστάσεις όπου η αρχική θετική στάση και οι καλές προθέσεις, τείνουν να δίνουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που θα θέλαμε!

Για να αισθάνεται κάποιος ασφαλής, θα χρειαστεί να κάνει τόσα πράγματα όσα χρειάζεται για να νιώσει ασφάλεια. Θα χρειαστεί να βιώσει την ικανότητά του, να κατανοήσει ότι μπορεί να εκτελέσει και να φέρει εις πέρας αρκετές δραστηριότητες, ότι αν προσπαθεί, έχει τη δυνατότητα να τα καταφέρει. Για να «εξασφαλίσει» την αίσθηση, χρειάζεται να δοκιμάσει μόνος του, να μοχθήσει και να κουραστεί, να στεναχωρηθεί και βιώσει αρνητικά συναισθήματα. Όταν τελικά θα πετύχει, πέραν της ικανοποίησης και της χαράς για την επιτυχία του, θα «προσθέσει» ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της αίσθησης της προσωπικής του ασφάλειας.....

 

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο οι επιστήμονες μελετάνε τα ποσοστά παιδικής κακοποίησης και τις επιπτώσεις στην μετέπειτα ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των κακοποιημένων παιδιών. Στην Βρετανία το ¼ του παιδικού πληθυσμού έχει κακοποιηθεί από τους γονείς τους σε ηλικία μικρότερη των 17 ετών, κυρίως με τη μορφή παραμέλησης. Σύμφωνα με έρευνα που έγινε το 2007 από Garely et al., η εμφάνιση κατάθλιψης και διαταραχής άγχους είναι μηχανισμοί άμυνας του οργανισμού, οι οποίοι εκδηλώνονται σε παιδιά μετά από παιδικό τραύμα. Κάτι τέτοιο φαίνεται να αυξάνει τα ποσοστά επικινδυνότητας εμφάνισης ψυχωτικού επεισοδίου στην μετέπειτα ζωή του κακοποιημένου παιδιού.

Επιπλέον, τα παιδιά που έχουν υποστεί κάποια μορφή κακοποίησης στην προσπάθεια τους να προσαρμοστούν σε  ένα τόσο εχθρικό περιβάλλον, υιοθετούν μια ιδιαίτερα καχύποπτη αντίληψη για τους γύρω τους και τις προθέσεις τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αυξάνεται η προδιάθεση τους για εκδήλωση ψυχωτικών συμπτωμάτων όπως είναι ο παρανοειδής ιδεασμός και οι παρανοϊκές παραληρητικές πεποιθήσεις.

Κατσαούνη Μαρία-Ψυχολόγος Υγείας (MSc

 

Τα περισσότερα παιδιά μαθαίνουν να πηγαίνουν τουαλέτα κατά το 2ο με 4ο έτος της ηλικίας του. Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις εκείνες όπου το παιδί καθυστερεί στην εκπαίδευση τουαλέτας και δεν είναι έτοιμο να αποχωριστεί την πάνα του. Πότε πρέπει να ανησυχήσει ο γονέας;

Με τον όρο νυχτερινή ενούρηση και σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-IV, ένα παιδί πάσχει από νυχτερινή ενούρηση όταν ουρεί στο κρεβάτι του, είτε ακούσια είτε σκόπιμα, με συχνότητα δυο φορές την εβδομάδα για τουλάχιστον 3 μήνες. Ηλικιακά το παιδί θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 5 ετών και η συμπεριφορά αυτή δεν θα πρέπει να οφείλεται σε άμεσες φυσιολογικές δράσεις κάποιας ουσίας, π.χ. διουρητικά, διαβήτης, δισχιδής ράχη κτλ.

 

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Βρετανικό The Psychologist (vol 26 no 9), δυο ερευνητές στο Λονδίνο παρουσίασαν μια περίπτωση ενός δεκάχρονου παιδιού το οποίο έπασχε από το σύνδρομο Τουρέτ, (μια κληρονομική  νευροψυχιατρική διαταραχή που ξεκινά από την παιδική ηλικία και χαρακτηρίζεται από πολλαπλά κινητικά και τουλάχιστον ένα φωνητικό τικ)  και από ψυχαναγκαστική καταναγκαστική διαταραχή. Το παιδί αυτό πίστευε ότι ευθυνόταν για το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου καθώς δεν κατάφερε να ολοκληρώσει μια τελετουργική του συνήθεια.

Το μικρό αγόρι ήταν ένα ευχάριστο και πολύ συμπαθητικό παιδί, με καλή σχολική επίδοση. Ένα χρόνο πριν το συμβάν της 11/9 το παιδί διαγνώστηκε με τα παραπάνω σύνδρομα καθώς παρουσίασε έντονες συμπεριφορές όπως υπερβολικό ανοιγοκλείσιμο ματιών, κραυγές και μη ελεγχόμενα κινητικά τικ, συμπτώματα δηλαδή του συνδρόμου Τουρέτ. Επιπλέον, παρουσίασε μη ελεγχόμενες ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, δυσφορικές παρορμήσεις και προβλήματα συγκέντρωσης.

Δυο εβδομάδες μετά την 11/9, οι ιατροί που παρακολουθούσαν το δεκάχρονο παιδί διαπίστωσαν.....

 

Τι είναι;

Το παιδικό εργαστήρι ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης αφορά ολιγομελή τμήματα-ομαδούλες παιδιών. Τα παιδιά συναντιούνται μια φορά την εβδομάδα και μέσα από το παιχνίδι, ευχάριστες δραστηριότητες και θεραπευτικό παραμύθι, το παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται θετικά και με λειτουργικό τρόπο τα συναισθήματα του, την συμπεριφορά του και τις συνέπειες που μπορεί να υπάρξουν. Αναπτύσσει λειτουργικές κοινωνικές δεξιότητες, αυτογνωσία, μαθαίνει να ελέγχει τις παρορμητικές του συμπεριφορές και γνωρίζει τον σωστό τρόπο έκφρασης συναισθημάτων και συμπεριφοράς του.

Ποια παιδάκια μπορούν να συμμετέχουν;

Όλα τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας μπορούν να συμμετέχουν στις ομάδες αυτές. Τα γκρουπάκια χωρίζονται ηλικιακά ώστε η θεματολογία να είναι προσαρμοσμένη στο ηλικιακό στάδιο των παιδιών. Το παιδάκι μπορεί να συμμετέχει είτε σε όλο το πρόγραμμα της σεζόν είτε σε μεμονωμένες ενότητες.

Πως βοηθάει το εργαστήρι ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης τα παιδιά;

Στις μέρες μας οι γονείς είναι πολυάσχολοι και ο χρόνος που διαθέτει ο κάθε γονέας είναι περιορισμένος. Πολλές φορές υπάρχουν διενέξεις μεταξύ των μικρών παιδιών, ζήλειες, ανταγωνισμός. Αλλά παιδιά είναι πιο συνεσταλμένα, ντροπαλά, φοβικά, άλλα πάλι πιο επιθετικά και διεκδικητικά. Όλες αυτές τις συμπεριφορές πολλοί γονείς δεν έχουν την υπομονή, τον χρόνο, αλλά πολλές φορές και τον τρόπο ώστε να τις αντιμετωπίσουν λειτουργικά. Στις ομάδες ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης, με την βοήθεια της ψυχολόγου το παιδί σχηματίζει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον εαυτό του και για τους γύρω του, αναγνωρίζει από πού πηγάζουν αυτές οι συμπεριφορές, πως πρέπει να τις διαχειριστεί και να συμπεριφερθεί θετικά. Χτίζει την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθηση του, μαθαίνει να επικοινωνεί και να αλληλεπιδρά λειτουργικά με τους γύρω του, την οικογένεια και τους φίλους του. Αναγνωρίζει και αντιμετωπίζει τους φόβους του. Όλα αυτά μέσα από το παιχνίδι και ευχάριστες δραστηριότητες. Με άλλα λόγια το παιδί υιοθετεί μια σωστή συμπεριφορά.

 

Όσο η τεχνολογία προχωράει, τόσο μπαίνει όλο και σε σημαντικότερο βαθμό στην ζωή μας και κατ’ επέκταση και στην ζωή των παιδιών μας. Τα κομπιουτερς, το ίντερνετ, τα κινητά τηλέφωνα έγιναν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας. Όσο μεγάλους κινδύνους κρύβουν για ένα παιδί τόσο μεγάλη ευκολία και μάθηση μπορούν να του προσφέρουν.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν μπει στα σχολεία. Πλέον αν κάποιο παιδί σχολικής ηλικίας δεν έχει υπολογιστή στο σπίτι δυσκολεύεται να συμβαδίσει με το πρόγραμμα της τάξης και τους συμμαθητές. Ασκήσεις, κάθε μορφής πληροφορίες, βοηθήματα, εκπαιδευτικά προγράμματα οξύνουν το πνεύμα των παιδιών. Έρευνες δείχνουν πως τα παιδιά τα οποία ασχολούνται με το ιντερνετ και τα κομπιουτερς έχουν αυξημένη φαντασία, υψηλότερο επίπεδο κρίσης, επίλυσης προβλημάτων και φαίνεται να είναι πιο έξυπνα.

Μεγαλώνοντας τα παιδιά, το ιντερνετ παίζει σημαντικό ρόλο και στην κοινωνική τους δικτύωση. Το να απαγορεύουμε στο παιδί την χρήση ιντερνετ έχει σαν συνέπεια να το περιορίζουμε και να του στερούμε την ένταξη του στο κοινωνικό σύνολο της ηλικιακής του ομάδας το οποίο λειτουργεί με νέους τρόπους και ρυθμούς από αυτούς που γνωρίζαμε ως τώρα.  Κάτι τέτοιο μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην σχέση με το παιδί μας, να δημιουργήσει εντάσεις, έλλειψη εμπιστοσύνης και απομάκρυνση, με κίνδυνο να δημιουργηθούν χειρότερες καταστάσεις.

Πώς όμως πρέπει να προστατέψουμε το παιδί μας; Το να του απαγορέψουμε την χρήση ή την πρόσβαση στα νέα μέσα τεχνολογίας δεν είναι λύση. Τα πράγματα αλλάζουν και θα πρέπει να προσαρμοστούμε και εμείς οι γονείς σε αυτά και να συμβαδίσουμε με τα νέα δεδομένα. Η καλή επικοινωνία με το παιδί μας είναι το πρώτη και βασικότερη δουλειά του κάθε γονέα. Να μιλάμε με το παιδί μας, να γνωρίζει τους κινδύνους και τις ανησυχίες μας, να μάθουμε να ακούμε ώστε να μην φοβάται το παιδί να μας μιλήσει αν κάτι πάει στραβά. Η οριοθέτηση όσων αφορά την ώρα που περνάει το παιδί στο ιντερνετ και την χρήση που κάνει είναι σημαντική. Δεν επιτρέπουμε αλόγιστη χρήση και βάζουμε το κομπιουτερ σε κοινόχρηστο χώρο του σπιτιού (σαλόνι, κουζίνα κτλ). Προστατεύουμε το παιδί μας κάνοντας χρήση ασφαλής πλοήγησης και μπλοκάροντας ιστοσελίδες με απαγορευμένο υλικό. Ενημερώνουμε το παιδί μας για το cyber bullying, τους κινδύνους που διατρέχει σχετικά με τις πληροφορίες που ανεβάζει, τους φίλους του facebook, τα chatrooms, το τι μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα fake profile κτλ. Δεν επιτρέπουμε στο παιδί να παίζει με τις ώρες video games. Ενθαρρύνουμε το παιδί να περάσει χρόνο μαζί μας στο ιντερνετ και να μοιραστεί τις εμπειρίες του μαζί μας. Τέλος, λειτουργούμε πάντα με γνώμονα το γεγονός πως δεν είναι το ιντερνετ που είναι επικίνδυνο αλλά η λανθασμένη χρήση που κάνουμε.

Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

Δεν γνωρίζω ακριβώς και με σιγουριά αν τα πράγματα είναι πιο επικίνδυνα σήμερα για ένα παιδί απ 'οταν ήμουν εγώ παιδί.Δείχνει σήμερα μάλλον να υπάρχουν περισσότερες πηγές του ίδιου κινδύνου παρά να έχουν τροποποιηθεί οι ίδιοι οι κίνδυνοι ως προς την μορφή τους.
Ο κόσμος μας σίγουρα δεν είναι ένας ασφαλής κόσμος.Για αυτό και θέλουμε τα παιδιά μας να προσέχουν ώστε να μην κινδυνέψουν. Εδώ έρχεται η δυσδιάκριτη γραμμή μιας ισορροπίας που οφείλει να διατηρήσει κάθε γονιός ώστε να μην δημιουργήσει παιδιά γεμάτα φόβους κι ανασφάλειες. Πότε δηλαδή προστατεύουμε αποτελεσματικά το παιδί σε ρεαλιστικά πλαίσια κινδύνων και πότε οδηγούμε το παιδί να φοβάται το οτιδήποτε συμβαίνει με φυσικό τρόπο γύρω του.Ο φόβος είναι απαραίτητος σαν μηχανισμός δράσης για την επαναφορά της ασφάλειας. Μια συνεχής επαγρύπνηση του παιδιού όμως για πράγματα που δεν αποτελούν κίνδυνο ,επιφέρει μια μόνιμη άισθηση φοβίας που παρεμβαίνει τόσο στην ψυχολογική ανάπτυξή του (ωριμότητα) όσο και στην σωματική του (έρευνες έχουν δείξει οτι παιδιά με φοβίες ή ανησυχίες μόνιμες είναι πιο επιρρεπή σε μολύνσεις λόγω κατάστασης του ανοσοποιητικού τους). Επίσης ο χρόνιος φόβος που ξεκινά σε παιδική ηλικία παρουσιάζει στην μετέπειτα ενήλικη ηλικία υψηλό δείκτη κινδύνου σε καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια.
Η μόνιμη ανησυχία και φόβος πιθανολογείται οτι μπορεί να έχει και κληρονομικά χαρακτηριστικά.Παρόλο που εργαστηριακά δεν έχει αποδειχθεί , ερευνητές εντόπισαν σημάδια ανησυχίας σε βρέφη ήδη απο την ηλικία των 4 μηνών. Επίσης η φοβία των παιδιών προσθέτει μια ακόμη φοβία που αποτελεί δυνατό ψυχολογικό βάρος για τα ίδια , και δεν είναι άλλη απο την αντιμετώπιση των γονιών τους στη συμπεριφορά τους αυτή. Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι μπαίνει ουσιαστικά το παιδί σε ένα σπιράλ φόβου που δείχνει χωρις τέλος κι επαναλαμβάνει συμπεριφορές.
Υπάρχει συνεπώς συγκεκριμένος τρόπος να γλυτώσουν τα παιδιά τους κινδύνους και να είναι ασφαλή , χωρίς να διακατέχονται απο μόνιμο φόβο; Συγκεκριμένος τρόπος δεν υπάρχει και καλό είναι ο κάθε γονιός να "δημιουργεί" την σμπεριφορά που ταιριάζει στον ίδιο και τον χαρακτήρα του.Υπάρχουν όμως γενικές νόρμες για την αποφυγή πραγμάτων που μπορούν να δημιουργήσουν μόνιμο αίσθημα ανησυχίας στο παιδί, κι αυτές είναι:
-Κάνουμε το σπίτι μας έναν ασφαλή παράδεισο. Δημιουργούμε κανόνες που το ενισχύουν αυτό. Για παράδειγμα...ένας κανόνας θα μπορούσε να είναι οτι στο σπίτι μας δεν "πονάμε" ο ένας τον άλλον ούτε με τα λόγια και φυσικά ούτε με πράξεις
-Αποκλείουμε το παιδί απο εικόνες βίας. Δεν βλέπουμε για παράδειγμα ειδήσεις ενω βρίσκεται στον ίδιο χώρο και φυσικά δεν επιτρέπουμε ταινίες βίας
-Διδάσκουμε απλές κινήσεις ασφάλειας. Για παράδειγμα κάνουμε συνήθεια την ζώνη ασφαλείας στο αυτοκίνητο, κι αντίστοιχα το κράνος στην μηχανή.
-Ενισχύουμε την άποψη οτι οι περισσότεροι ξένοι άνθρωποι γύρω μας είναι αξιοπρεπείς. Ο κανόνας "δεν θα μιλάς ποτέ σε ξένους" μάλλον κακό κάνει στην κοινωνικότητα και την κρίση του παιδιού παρά καλό. Προτιμότερο να κάνουμε κανόνα το "καταλαβαινω τι ακούω απο έναν ξένο".
-Μαθαίνουμε το παιδί να βοηθάει. Είτε μαζί μας αναθέτωντας το "ρόλους" μικρούς βοηθητικούς σε κάτι που κάνουμε είτε αντίστοιχα όταν βοηθάμε εμείς κάποιον τρίτο πχ κάποιον γείτονα.
Πάνω απο όλα θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι το να είμαστε γονείς είναι μια διαρκής κατάσταση ενω το παιδί δεν θα είναι πάντα παιδί.Επίσης οτι ο γενικός αποκλεισμός και η απαγόρευση δεν είναι ασφάλεια αλλά φόβος.


©www.mersinias.gr

 

Σύμφωνα με έρευνα που έγινε, το να βοηθάμε τα παιδιά μας αναγνωρίζουν, να εκφράζουν σωστά τα συναισθήματα τους κα να τα διαχειρίζονται έχει θετικές επιπτώσεις. Στην έρευνα συμμετείχαν τέσσερις ομάδες παιδιών των οποίων οι γονείς α) παρότρυναν τα παιδιά τους να σκεφτούν και να εκφράσουν, δηλαδή να δουλέψουν τα συναισθήματα του, β)ήταν αδιάφοροι και αγνοούσαν τα αρνητικά συναισθήματα του παιδιού του π.χ. θυμό, γ) αποδοκίμαζαν την έκφραση τέτοιων αρνητικών συναισθημάτων π.χ. μην θυμώνεις, μην ζηλεύεις! και δ) απλώς αποδέχονταν τα όποια συναισθήματα του παιδιού του.

Τα παιδιά των οποίων οι γονείς ανήκαν στην  πρώτη κατηγορία παρουσίασαν αυξημένες επιδόσεις στο σχολείο αλλά και στη  σωματική του υγεία. Πιο συγκεκριμένα,  είχαν μεγαλύτερο εύρος προσοχής, καλύτερες επιδόσεις στα μαθηματικά και στην ανάγνωση, λιγότερο προβληματική συμπεριφορά και χαμηλότερα επίπεδα άγχους!

Βλέπουμε λοιπόν πως είναι πολύ πιο ωφέλιμο για το παιδί μας όταν το βλέπουμε προβληματισμένο να κάνουμε μαζί του μια συζήτηση ως προς το τι συνέβη, πως αισθάνεται, τι θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά κτλ. Με λίγα λόγια να κατανοήσει, να ελέγξει και να διαχειριστεί θετικά τα συναισθήματα και τις σκέψεις του με έναν πιο λειτουργικό τρόπο.

Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

 

Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον και αναζητά την παρέα άλλων ατόμων και την συναναστροφή. Από πολύ μικρή ηλικία οι φίλοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση του παιδιού. Η φιλία έχει διάφορα αναπτυξιακά στάδια των οποίων το περιεχόμενο μεταβάλλεται.

Στα πρώτα στάδια, δηλαδή στην προσχολική ηλικία το παιδί διακατέχεται ακόμα από έντονα σημάδια εγωκεντρισμού με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μπει στην θέση του άλλου και να εστιάσει στα συναισθήματα και τις ανάγκες του φίλου του. Μεγαλώνοντας οι φιλίες γίνονται πιο ομαδικές και παρεϊστικες με στοιχεία αμοιβαιότητας αλλά και εκτίμηση μεταξύ των φίλων. Η αλληλοβοήθεια και η στήριξη γίνονται κριτήρια φιλίας στην προεφηβεία και η εμπιστοσύνη θεωρείται μια αξία ή οποία θα καθορίσει εάν η φιλία θα αντέξει στον χρόνο ή θα είναι περιστασιακή. Μέσα από αυτή την εξέλιξη τα παιδιά έρχονται σε σύγκρουση με τους φίλους, δοκιμάζουν και δοκιμάζονται μέχρι να βρουν τις ισορροπίες του και το πώς λειτουργεί καλύτερα αυτή η σχέση.  Οι φίλοι οι οποίοι διατηρούν αυτή τη σχέση μέσα στο χρόνο μοιράζονται ίδιες αξίες στάσεις και προσδοκίες.

Παρόλα αυτά δεν λείπουν τα στάδια εκείνα της μονόπλευρης φιλίας. Σύμφωνα με έρευνες όλα τα παιδιά έχουν βιώσει τουλάχιστον μια φορά μια μονόπλευρη φιλία κατά την οποία είτε απέρριψαν είτε απορρίφτηκαν από τον φίλο τους. Αυτό μπορεί να έχει τέτοιο κόστος στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού ώστε να του δημιουργήσει πρόβλημα στις μετέπειτα φιλικές επαφές του και στη προσαρμογή του στα κοινωνικά σύνολά.

Η θέση του παιδιού μέσα στην ομάδα/παρέα παίζει καθοριστικό ρόλο στο αίσθημα αποδοχής και κατ’ επέκταση στην αυτοεκτίμηση και στην κοινωνική αυτοπεποίθηση του παιδιού . Τα παιδιά τα οποία προσαρμόζονται πιο εύκολα, είναι περισσότερο αποδεκτά από την παρέα και δημοφιλή, ενώ αντίθετα τα συνεσταλμένα και εσωστρεφή ή όχι ιδιαίτερα κοινωνικά παιδιά συχνά απορρίπτονται ή αγνοούνται. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν υψηλότερο βαθμό μοναξιάς, ανησυχούν περισσότερο για τις σχέσεις του με συνομηλίκους, και έχουν την τάση να αποδίδουν τα προβλήματα του στους τρίτους.

Τα διάφορα υποκοριστικά τα οποία για κάποια παιδιά φαίνονται διασκεδαστικά, είναι ένας άλλος παράγοντας ο οποίος μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην θέση του παιδιού μέσα στην παρέα. Οι χαρακτηρισμοί «γυαλάκιας», «χοντρός», «σπυριάρης» κτλ στιγματίζουν και ετικετοποιούν το παιδί, βάζοντας το σε δυσχερή θέση και δυσκολεύοντας έτσι τη αποδοχή του από την υπόλοιπη παρέα. Μέσα από τα υποκοριστικά , τα οποία προσδίδουν στοιχεία για το παιδί που το φέρει, τα παιδιά δηλώνουν το κατά πόσο σέβονται και αποδέχονται το κάθε παιδί. Τα περισσότερο αποδεκτά παιδιά συνήθως έχουν ευνοϊκά για αυτά υποκοριστικά π.χ. ο αρχηγός ή ο άσσος. Τα δε παιδιά τα οποία δεν φέρουν κανένα υποκοριστικό είναι αυτά τα οποία είναι αδιάφορα προς την παρέα ή δεν τα θεωρούν αρκετά σημαντικά ώστε να ασχοληθούν μαζί τους. Πολλά παιδιά υποστηρίζουν πως είναι καλύτερο να φέρεις ένα αρνητικό υποκοριστικό απ΄το να μην φέρεις καθόλου, κάτι το οποίο σε απομονώνει από την παρέα και κάνει τους άλλους να σε αγνοούν.

Σαν γονείς είναι πολύ σημαντικό να παρακολουθούμε τις δυναμικές στις φιλίες του παιδιού μας και να εστιάζουμε στον ρόλο του μέσα στις φιλίες του, καθώς εύκολά μπορεί να επηρεάσει το παιδί μας και την ψυχολογία του αρνητικά. 

Κατσαούνη Μαρία- Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

Οι μέρες του Πάσχα κάνουν αρκετά έντονη την έννοια του θανάτου, της σταύρωσης και της ανάστασης στο μυαλό των παιδιών με αποτέλεσμα να τους γεννούν ερωτήσεις σχετικά με τις παραπάνω έννοιες. Πως μπορούμε να μιλήσουμε στο παιδί μας για τον θάνατο χωρίς να τρομάξει και δίχως να του γεννηθούν φόβοι; Το θέμα του θανάτου φυσικά μπορεί να έρθει στην επιφάνεια με αφορμή τον θάνατο κάποιου συγγενικού ή φιλικού προσώπου. Ερωτήσεις όπως «μαμά, τώρα που πέθανε η γιαγιά που πήγε;» ή «μαμά, θα πεθάνεις κι εσύ;» είναι πολύ συχνές και φέρνουν σε δύσκολη θέση τον γονέα ο οποίος δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί την κατάσταση.

Πολλοί γονείς αποφεύγουν να δώσουν εξηγήσεις στο παιδί θεωρώντας έτσι πως θα το προστατέψουν με αυτό τον τρόπο από την στεναχώρια ή το κόστος της απώλειας. Στην πραγματικότητα όμως αυτό λειτουργεί αντίθετα. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να είμαστε ειλικρινείς με το παιδί μας. Η απόκρυψη της αλήθειας ή οι ασαφείς πληροφορίες μπερδεύουν το παιδί και του προκαλούν αναστάτωση. Τα παιδιά έχουν αυξημένη αντίληψη  και καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Μπορούν να διαβάσουν το πένθος και την θλίψη στο πρόσωπο και την διάθεση του γονέα. Δεν θα πρέπει να τους περνάμε συγκεχυμένα μηνύματα, π.χ. «Ο παππούς είναι στον παράδεισο, σε ένα ωραίο μέρος όπου δεν υποφέρει πια» ενώ υπάρχει θρήνος και κλάματα, κάτι που προκαλεί διφορούμενα μηνύματα στο παιδί.

Η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με βάση το ηλικιακό στάδιο του παιδιού, έτσι ώστε να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει και του τι σημαίνει θάνατος. Πρέπει να του δώσουμε να καταλάβει πως είναι μια τελεσίδική κατάσταση και πως ο θάνατος και η απώλεια του αγαπημένου μας προσώπου είναι οριστική, θα πάψει να ζει και να τον βλέπουμε. Αυτό λοιπόν που είναι σημαντικό να ακούσει ένα παιδί είναι πως ο άνθρωπος που πεθαίνει δεν θα είναι μαζί μας και δεν θα επιστρέψει.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρες όπως «πέθανε» και όχι ασαφείς έννοιες του τύπου «χάθηκε» ή «έφυγε». Σημαντικό είναι να αποφύγουμε επεξηγήσεις ιατρικού περιεχομένου οι οποίες μπορεί να μπερδέψουν το παιδί και να το φοβίσουν π.χ. η έκφραση «κουράστηκε η καρδιά του» μπορεί να προκαλέσει διάφορες σκέψεις στο παιδί, και από φόβο να σταματήσει να τρέχει για να μην λαχανιάσει και κουραστεί η καρδιά του...