Η αποφυγή είναι μια πολύ συνήθης , σχεδόν αυτοματοποιημένη, κι αρκετά ελκυστική στρατηγική αντιμετώπισης των δυσάρεστων συναισθημάτων. Κι ενώ βραχυπρόθεσμα προσφέρει άμεση ανακούφιση , έχει αρνητικές και δυσάρεστες συνέπειες μακροπρόθεσμα. Η εύρεση της σωστής ισορροπίας μεταξύ του τι να κρατάμε και ένα επεξεργαζόμαστε και τι να απομακρύνουμε από δυσάρεστα συναισθήματα αλλά και σκέψεις, είναι το κλειδί για μια ζωή πιο ουσιαστική,

Η ανάπτυξη του αυθεντικού εαυτού μας και η αναγνώριση των αξιών που μας εμπνέουν, μπορεί να χρησιμεύσει ως το αντίδοτο στην αποφυγή και τελικά την επίτευξη της επιθυμητής αυτής ισορροπίας.

Είναι φυσικό (αλλά όχι πάντα λειτουργικό) να αποφεύγουμε πράγματα που μας δυσκολεύουν, μας ζορίζουν και που απαιτούν προσπάθεια από εμάς. Κατά βάση την αποφυγή μας την λειτουργούμε καθημερινά, από πχ απλές υποχρεώσεις όπως το συμμάζεμα του σπιτιού, μέχρι τα πιο πολύπλοκα όπως την διαχείριση μιας διαφωνίας στην σχέση μας ή την διεκδίκηση μιας μεταχείρισης στα επαγγελματικά μας. Αφήνω τα πράγματα να λειτουργήσουν λίγο από μόνα τους, με την ελπίδα να διορθωθούν χωρίς την επέμβασή μου, ή δικαιολογώ μια αναβολή στον εαυτό μου με την αιτιολόγηση ότι ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Κι αυτό ακριβώς είναι η αποφυγή...

Σίγουρα έχετε ακούσει πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια, κι ειδικά με τον ερχομό της πανδημίας , την έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας. Της ικανότητας δηλαδή ενός ατόμου να ανταπεξέρχεται σε ένα τραυματικό γεγονός που βιώνει και να ανακάμπτει από αυτό.

Η Ψυχολογική ευελιξία είναι μια εξίσου, αν όχι σημαντικότερη, δεξιότητα την οποία οφείλουμε να «μάθουμε» στον εαυτό μας καθώς δεν γεννιόμαστε με αυτήν ως ικανότητα, τουλάχιστον στον βαθμό που θα θέλαμε. Ως Ψυχολογική ευελιξία λοιπόν θα ορίζαμε την ικανότητα ενός ατόμου να αποδέχεται, να αντιμετωπίζει και να προσαρμόζεται σε δύσκολες καταστάσεις και πραγματικότητες αλλά και να συνεχίζει να το κάνει εν μέσω συνεχών αλλαγών με σχετική ευκολία.

Σε μια μελέτη των Masuda & Tully διαπιστώθηκε ότι τα άτομα που ανέφεραν χαμηλά επίπεδα ψυχολογικής ευελιξίας ήταν περισσότερο πιθανό να εμφανίσουν σωματοποίηση των αρνητικών συμπτωμάτων τους (την εμπειρία οργανικών προβλημάτων χωρίς ευδιάκριτη οργανική αιτία), κατάθλιψη, άγχος και γενικά μια μεγαλύτερη κι εντονότερη ψυχολογική δυσφορία ,από εκείνα τα άτομα που ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής ευελιξίας...

Το άγχος, καλό ή κακό, πυροδοτεί μια ψυχοβιολογική αντίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό. Ως καλό άγχος εννοούμε αυτό που μπορεί να αποτελέσει κίνητρο, και τελικώς να ενισχύσει την απόδοση μας σε συγκεκριμένη κατάσταση ή περιβάλλον. Το «κακό» άγχος μπορεί να είναι χρόνιας φύσης ή οξύ και έντονο. Ενώ ο υγιής εγκέφαλος επεξεργάζεται το καλό άγχος προσαρμοστικά, το κακό άγχος μπορεί να οδηγήσει σε δυσπροσαρμοστική επεξεργασία με μόνιμες επιπτώσεις στη δομή, τη λειτουργία και την πλαστικότητα του εγκεφάλου μας, με αλλαγές να παρατηρούνται επίσης στο σχήμα των νευρώνων, τη συνδεσιμότητα και τον αριθμό των κυττάρων.

Οι κρίσεις πανικού δεν εμφανίζονται σε όλα τα άτομα με τους ίδιους πυροδότες. Ενώ η έκφανση και ή έκβασή τους ακολουθεί συγκεκριμένο μοτίβο, οι γενεσιουργές αιτίες διαφέρουν , για αυτό και ποικίλου και οι πυροδότες. Οι οποίοι είναι πολύ σημαντικό να εξερευνηθούν στην Ψυχοθεραπεία και να αναλυθούν , γιατί αποτελούν μεγάλο κομμάτι της λύσης του προβλήματος.

Η κρίση πανικού είναι ακραία εκδήλωση υπερβολικού άγχους. Σε κάθε κατάσταση άγχους ο εγκέφαλός μας αναγνωρίζει και σηματοδοτεί δυο εντολές: της φυγής ή της μάχης. Στην κρίση πανικού υπάρχει ένα πάγωμα αντιδράσεων και μια επίμονη , αδιάλειπτη αυτοπαρατήρηση η οποία γεννά έντονα σωματικά συμπτώματα , συμπτώματα που εκλαμβάνονται ως άμεση και ισχυρή απειλή υγείας. Τον βαθμό αντίδρασης , ή για να ακριβολογούμε μη αντίδρασης, τον επηρεάζουν πολλοί παράγοντες όπως: η προυπάρχουσα «ευαισθησία» του ατόμου στο άγχος, η ένταση ανάγκης ελέγχου, και φυσικά οι σκέψεις οι οποίες κι αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος αφού ουσιαστικά είναι ο αυτόματος μεταφραστής των εκλαμβανομένων ερεθισμάτων και εμπειριών, κι άρα είναι αυτές που θα ορίσουν ποια έννοια θα δώσουμε σε αυτό που μας συμβαίνει εκείνη την στιγμή...

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ( OCD ), είναι μία ψυχική πάθηση που χαρακτηρίζεται από παράλογες σκέψεις, ιδέες, εικόνες (εμμονές – ιδεοληψίες ή ψυχαναγκασμούς) και οδηγεί τους πάσχοντες σε επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ( καταναγκασμούς). Πολλές φορές είναι πιθανό να υπάρχει μόνο μία από τις δύο συνθήκες (μόνο ψυχαναγκασμοί ή μόνο επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές), αλλά και πάλι πρόκειται για ΙΔΨ.

Αυτός που πάσχει από ΙΔΨ, συνήθως είναι ικανός να συνειδητοποιήσει ότι οι ψυχαναγκαστικές ιδέες του είναι παράλογες και προσπαθεί να τις αγνοήσει ή να τις σταματήσει. Αυτό έχει ως τελικό αποτέλεσμα σταδιακά να αυξάνεται η το άγχος του. Τελικά, συνήθως καταφεύγει στην εκτέλεση ψυχαναγκαστικών πράξεων, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μειώσει τα επίπεδα του άγχους του και να κατευνάσει τα δυσφορικά του συναισθήματα που ολοένα αυξάνονται....

Μια πρόσφατη μελέτη (Απρ2020) ,από το Arlington Texas University αποκαλύπτει ότι όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ανήσυχοι και ευάλωτοι, είναι πιο πιθανό να βασίσουν τη λήψη αποφάσεών τους σε ατεκμηρίωτες πληροφορίες που αγγίζουν το συναίσθημά τους και όχι σε πραγματικά γεγονότα.

Η μελέτη, με τίτλο "Όταν οι οδυνηρές ιστορίες υπερτερούν των ψυχρών σκληρών γεγονότων: Μια μετα-ανάλυση της ατεκμηρίωτης προκατάληψης" δημοσιεύεται στο Organizational Behavior and Human Decision Processes.

Διαπιστώθηκε λοιπόν ότι οι άνθρωποι , ειδικά σε καταστάσεις ιατρικής ανάγκης ή υψηλής απειλής για την υγεία , (όπως είναι η τρέχουσα κατάσταση της πανδημίας), εμπιστεύονται περισσότερο και λαμβάνουν αποφάσεις με γνώμονα τα ατεκμηρίωτα συναισθήματα τους τα οποία εξηγούν στο μυαλό τους ως βάσιμες πληροφορίες, παρά στα γεγονότα τα οποία δίνουν τα ρεαλιστικά κριτήρια για την λήψη οποιασδήποτε απόφασης

Τα social media μαζί με όλα όσα φέρανε στη ζωή μας, δημιούργησαν και κάποια σύνδρομα όπως αυτό του FOMO. Το συγκεκριμένο αναφέρεται στο Fear Of Missing Out. Το FOMO έρχεται να αυξήσει τα επίπεδα άγχους στη ζωή των χρηστών. Ουσιαστικά είναι ο φόβος των χρηστών μήπως χάσουν κάτι σημαντικό από όσα συμβαίνουν διαδικτυακά, η μεγάλη ανάγκη που αισθάνονται οι χρήστες να τσεκάρουν συνεχών τα social media τους, και να αισθάνονται πως είναι συνεχώς σε επικοινωνία/σύνδεση με τους άλλους χρήστες. Έχει χαρακτηριστεί ως ένα είδος κοινωνικού άγχους με ψυχαναγκαστικά στοιχεία. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο χρήστης ξυπνάει μέσα στη νύχτα για να τσεκάρει το κινητό του, να δει μήπως έχασε κάποιο μήνυμα, αίτημα ή ευκαιρία κοινωνικής συναναστροφής. Σύμφωνα με έρευνα το FOMO είναι πιο συχνό σε άτομα που έχουν ανικανοποίητες ψυχολογικές ανάγκες, όπως το να θέλουν να είναι αρεστοί και να γίνονται σεβαστοί.

Κατσαούνη Μαρία-Ψυχολόγος Υγείας (MSc)

Το Σύνδρομο Cotard, γνωστό επίσης και ως Μηδενιστική Ψευδαίσθηση ή  Ψευδαίσθηση Cotard, ή  ως Σύνδρομο Ζωντανού πτώματος, είναι μια από τις ίσως πιο ιδιαίτερες νοητικές-ψυχολογικές Διαταραχές. Οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτό , βιώνουν την πεποίθηση (ψευδαίσθηση) ότι είναι νεκροί, ή ότι μερικώς είναι νεκροί (όργανα του σώματος τους απουσιάζουν) ή ότι δεν έχουν καθόλου αίμα ή ότι δεν υπάρχουν γενικά. Είναι τόσο ισχυρό για τους ίδιους αυτό το βίωμα (ψευδαίσθηση) , που σε μερικές περιπτώσεις τέτοιοι ασθενείς έχουν ισχυριστεί ότι μπορούν να μυρίσουν την αποσύνθεση του δέρματος τους. Το ισχυρό παράδοξο στους ασθενείς με Σύνδρομο Cotard είναι ότι ακριβώς αυτή η εντύπωσή τους ότι είναι νεκροί, τους δίνει και μια αίσθηση προσωπικής αθανασίας....

Ο Hans Jürgen Eysenck ήταν Άγγλος ψυχολόγος που γεννήθηκε στη Γερμανία και πέρασε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στη Μεγάλη Βρετανία εξαιτίας δίωξης του από τους Ναζί. Έμεινε στη μνήμη κυρίως για το έργο του σχετικά με τη νοημοσύνη και την προσωπικότητα, τα ερωτηματολόγια προσωπικότητας και τις απόψεις του για τις φυλετικές διαφορές της νοημοσύνης. Την εποχή του θανάτου του ήταν ο πιο συχνά αναφερόμενος ψυχολόγος στην επιστημονική βιβλιογραφία.

Ο Eysenck εντόπισε δύο βασικές διαστάσεις της προσωπικότητας. Η πρώτη ονομάζεται «εσωστρέφεια- εξωστρέφεια» και η δεύτερη «νευρωτισμός-σταθερότητα». Αργότερα, πρόσθεσε και μία τρίτη διάσταση που την ονόμασε «ψυχωτισμός-σταθερότητα»...

Πρόκειται για το φαινόμενο κοινωνικής ψυχολογίας, σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι αποφεύγουν να βοηθήσουν κάποιον που κινδυνεύει όταν άλλα άτομα είναι παρόντα . Το φαινόμενο απασχόλησε για πρώτη φορά τα ΜΜΕ στις ΗΠΑ το 1964, όταν μια νεαρή γυναίκα, η Kitty Genovese, δολοφονήθηκε έξω από το διαμέρισμα της σε κεντρική περιοχή της Νέας Υόρκης. Περίπου 38 γείτονες της βρίσκονταν εκεί κατά τη διάρκεια του συμβάντος, όμως κανείς δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει. Από τότε άρχισαν διάφορα πειράματα με στόχο την κατανόηση και εξήγηση του φαινομένου.

Το σύνολο των πειραμάτων αυτών κατέδειξε μερικά πολύ σημαντικά στοιχεία που εξηγούν ως έναν βαθμό το γιατί οι άνθρωποι δεν σπεύδουν σε βοήθεια ειδικά όταν κι άλλα άτομα είναι παρόντα, με τελικό αποτέλεσμα να παρουσιάζεται το παράδοξο ότι οι πιθανότητες να δεχθεί βοήθεια ένα άτομο που ξαφνικά βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης είναι σχεδόν αντιστρόφως ανάλογη με το πλήθος των ατόμων που παρευρίσκονται....

Σελίδα 1 από 18